Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2007

GISELLE/ΖΙΖΕΛ

Η νέα σαιζόν του Μεγάρου Μουσικής άνοιξε στις 6 Οκτωβρίου με έξι παραστάσεις (6-7, 9-10 και 12-13/10), του πιο αγαπημένου έργου του ρομαντικού μπαλέτου, την Giselle. Ο George Balanchine έλεγε ότι αν και είχε δει το μπαλέτο αυτό άπειρες φορές, σε κάθε παράσταση ανακάλυπτε καινούργια πράγματα, και είναι αλήθεια ότι η ερωτική ιστορία που συνέθεσαν οι Theophile Gautier και Jules Henri Vernoy de Saint Georges και χορογράφησαν οι Jean Coralli και Jules Perrot για την σύντροφο του τελευταίου, την μπαλαρίνα Carlotta Grisi, παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής μέχρι σήμερα.
Το έργο εξελλίσσεται σε δύο πράξεις, και μπορεί να πει κανείς ότι είναι ένα γοητευτικό, συγκινητικό «παραμύθι» με τη δικαιοσύνη, την αγάπη και την καλοσύνη να θριαμβεύουν τελικά, όπως στις περισσότερες ιστορίες του μπαλέτου. Αναλύοντας όμως την ιστορία, αντιλαμβάνεται κανείς ότι είναι πιο σύνθετη απ’ ό,τι φαίνεται σε μια πρώτη ανάγνωση και αξίζει να δει κανείς τους λόγους που κάνουν τη Ζιζέλ να γοητεύει ακόμη, εκατόν-εξήντα χρόνια από τότε που πρωτοχορογραφήθηκε: Μια χωριατοπούλα (Ζιζέλ) σε κάποιο χωριό της Μεσαιωνικής Κεντρικής Ευρώπης, την ημέρα του τρύγου, απορρίπτει τον έρωτα ενός συγχωριανού της (Ιλαρίων) και ερωτεύεται έναν ευγενή (Άλμπρεχτ) χωρίς να γνωρίζει την πραγματική του ταυτότητα, μια κι εκείνος της την έχει αποκρύψει. Από σύμπτωση αλλά και με την παρέμβαση του Ιλαρίωνα η απάτη του Άλμπρεχτ αποκαλύπτεται, αυτό όμως οδηγεί την Ζιζέλ κλιμακωτά στην τρέλλα, την απόπειρα αυτοκτονίας, και τελικά τον θάνατο. Στην δεύτερη πράξη το κοινό οδηγείται στο υπερφυσικό βασίλειο των Γουίλις, δηλαδή των πνευμάτων των κοριτσιών που πέθαναν πριν τον γάμο τους από προδοσία του αγαπημένου τους. Άγριες, χωρίς συγχώρεση, πλάσματα των τύψεων και του ξέφρενου ερωτικού πάθους, παρασύρουν όσους άνδρες περνούν το βράδυ από το δάσος και τον αναγκάζουν να χορέψει μέχρι θανάτου. Έτσι θα πεθάνει ο Ιλαρίων, ενώ ο Άλμπρεχτ που πάει να προσκυνήσει στον τάφο της Ζιζέλ μετανιωμένος, θα γλυτώσει, καθώς η προδομένη γυναίκα θα τον συγχωρέσει και θα τον προστατεύσει με την αγάπη της, βοηθώντας τον να αντέξει. Το επόμενο πρωί θα φέρει τη λύτρωση αλλά και την οριστική εξαφάνιση της Ζιζέλ στον τάφο της.

Ηρωίδα του έργου, είναι η Ζιζέλ,η όμορφη χωριατοπούλα που στέφεται Βασίλισσα του Τρύγου. Η γιορτή στη διάρκεια της οποίας εξελίσσεται η ιστορία, έχει εξαιρετική σημασία καθώς παραπέμπει στη μέθη, και την ικανότητα του κρασιού να βγάζει τον άνθρωπο εκτός των συνηθισμένων του ορίων, να τον ωθεί σε ακρότητες θολώνοντας την κρίση του. Η ροπή προς τις ακρότητες, ήδη υπάρχει στην ηρωίδα, και ο θεατής το αντιλαμβάνεται από την έμμεση παραίνεση της μητέρας της, να «προσέχει να μην πάθει τίποτε από τον πολύ χορό». Η συμβουλή φαντάζεται κανείς ότι αφορά μόνο τη φυσική κατάσταση ή την ασθενή κράση της ευαίσθητης νεαρής κοπέλας. Με φόντο όμως την γιορτή του τρύγου και τον εκστασιασμό, είναι πιθανό να αφορά εξίσου την «ηθική υπόσταση» της γυναίκας, και να την καλεί, υπό το πρόσχημα της φυσικής αδυναμίας, στην «σώφρονα», εντός ορίων συμπεριφορά και την αυτόβουλη συγκράτηση. Γιορτή του τρύγου και του κρασιού, εποχή, μεταφορικά, «καρποφορίας» της νεαρής κοπέλας/Ζιζέλ, που άλλωστε, στέφεται βασίλισσα την ημέρα αυτή. Η μητρική συμβουλή λοιπόν, είναι μάλλον χρήσιμη, ακόμη περισσότερο δε από τη στιγμή που ο χορός είναι συνδεδεμένος με την αμαρτία, και μέσω των πολλαπλών εκδοχών του μύθου των «κόκκινων παπουτσιών», της υπερβολής. Παρά δε το γεγονός ότι η ταυτότητα της Ζιζέλ, επιφανειακά, ορίζεται από την αθωότητα που θα την οδηγήσει στο να εξαπατηθεί και να πεθάνει, το όνομά της αφήνει κάτι ενδιαφέρον να υπονοηθεί, που φωτίζει την προσωπικότητα της ηρωίδας: το όνομά της, «Ζιζέλ», έχει στοιχεία που το καθιστούν σχεδόν παρήχηση της «Τζέζεμπελ», της αμαρτωλής Ιεζάβελ της Παλαιάς Διαθήκης (IV Βασιλέων), κόρη βασιλέων που λάτρευαν την Αστάρτη-θεά του έρωτα, και την οποία καταράστηκε ο προφήτης, αφού έβαλε να δολοφονήσουν έναν άνδρα, προκειμένου να αποκτήσει το αμπέλι του. Η Ζιζέλ βεβαίως δεν ακολουθεί τις επιταγές της «πονηρής φύσης των γυναικών», αλλά θα εξιλεωθεί με τον θάνατο, στηρίζοντας τον παραδοσιακό διαχωρισμό των γυναικών σύμφωνα με το δίπολο αγία-πόρνη. Η ιστορία, εκτός από την ρομαντική εμμονή στο υπερφυσικό και την λατρεία της απώλειας per se, έχει δάνεια και από την ιστορία του Φάουστ: το ξελόγιασμα της αθώας κοπέλας, η γνωστοποίηση της ερωτικής της ιστορίας, μια εκδοχή της νύχτας των ξωτικών, ο θάνατος της ηρωίδας και η εξιλέωσή της, η συντριβή του «προδότη» εραστή, και η συγχώρεσή του. Βεβαίως όλα εμφανίζονται πιο «αθώα» στην ιστορία της Ζιζέλ, ενώ δεν υπάρχουν συμφωνίες δαιμόνων και αλχημιστών. Ο χαρακτήρας του Άλμπρεχτ, παρουσιάζεται να οδηγείται άθελά του σ’ αυτή τη συμπεριφορά, από αφροσύνη, χωρίς την εμφανή παρέμβαση κάποιου δαίμονα που τον παροτρύνει ή ενισχύει τις επιθυμίες του. Επίσης η Ζιζέλ πεθαίνει πριν «ατιμαστεί». Το ίδιο και οι υπόλοιπες γυναίκες, οι Γουίλις, που έχουν μεταμορφωθεί σε εκδικητικά πνεύματα του δάσους που (μπορούν να) χορεύουν ακατάπαυστα. Ο χορός (τα «κόκκινα παπούτσια») που κάνει το αίμα να «βράζει», επιτρέπει το πλησίασμα των σωμάτων, και ενδεχομένως διευκολύνει την υπερβολή που απομακρύνει από τη σωστή συμπεριφορά, δεν αποτελεί απειλή για τις νεκρές γυναίκες. Το κόκκινο χρώμα, χαρακτηριστικό του πάθους και της αμαρτίας, είναι επίσης το χρώμα της απαγόρευσης και του θανάτου, ιδιαίτερα όταν συνδέεται με τον μηνιαίο κύκλο της γυναίκας. Στην «τελετή της σεξουαλικής της ωρίμανσης», η Ζιζέλ πεθαίνει. Το ίδιο και οι «Γουίλις», τα νεκρά κορίτσια του δάσους, στη ζωή των οποίων η σεξουαλική ωρίμανση συνδέθηκε με τον τρόμο και την κακοποίηση. Χωρίς αίμα, χωρίς επιθυμίες, ένα πλάσμα απόκοσμο, νεκρό, η Ζιζέλ θα μεταμορφωθεί στην «ιδανική γυναίκα»: αφοσιωμένη, πιστή, έτοιμη να συγχωρεί, ικανή να αρνηθεί την εκδίκηση του προδότη, με έντονο το στοιχείο της αυτοθυσίας, και βεβαίως αδύναμη, όμορφη, γλυκιά. Η ιστορία φαίνεται να κλίνει υπέρ της άποψης πως η γυναίκα πρέπει να «σκοτώσει» την «Τζέζεμπελ», την ροπή προς την αμαρτία, τον πειρασμό και τη σκληρότητα –που εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως ενδογενή στοιχεία του χαρακτήρα της- και μέσα από τον συμβολικό αυτό θάνατο, να αφήσει να αναδυθεί η «πραγματική» γυναίκα. Θα πρέπει ακόμη, να «αποτάξει» και ό,τι αποτελεί το τελευταίο μετερίζι της σεξουαλικής της ταυτότητας, ορισμένης από την πατριαρχική κοινωνία: τον μύθο της επιθετικότητας που γεννά η ανικανοποίητη σεξουαλικότητα, που «στοιχειώνει», ακόμη και τις «νεκρές» γυναίκες. Η Ζιζέλ δηλαδή, θα πρέπει να αποκοπεί όχι μόνο από τη ζωντάνια της γιορτής του «τρύγου», κυριολεκτικά και μεταφορικά, αλλά και να απαρνηθεί τη συμμετοχή της στην «υστερική» εκδίκηση των αδελφών πνευμάτων, των Γουίλις. Για την παρέα των ανδρών που συνέθεσαν τον μύθο της Ζιζέλ ανανεώνοντας την πίστη στην «ισχύ» της μητρικής, καλοσυνάτης, υπομονετικής «φύσης» της γυναίκας, η σεξουαλική ωρίμανσή της, αποτελεί έναν μονόδρομο δοκιμασίας, τον οποίο περνά για να αφοσιωθεί στον ένα και μοναδικό άνδρα, μέχρι του σημείου της ύστατης αυτοθυσίας. Αυτό το αυθαίρετα ορισμένο rite of passage, συνεπάγεται όμως και την αποδοχή κοινωνικά προσδιορισμένων χαρακτηριστικών, πολύ δύσκολα αποδεκτών στις μέρες μας. Αξίζει όμως να δει κανείς ξανά και ξανά την εντυπωσιακή ιστορία της αφελούς Ζιζέλ, έστω και με την ματιά των ανθρώπων που γνωρίζουν ότι στις μέρες μας, όχι μόνο η Τζέζεμπελ, αλλά ούτε η Λίλλιθ, δεν θεωρούνται πια κακά κορίτσια...


Remakes: Διαφορετικές εκδοχές της Ζιζέλ στις οποίες αλλάζει το κοινωνικό περιβάλλον, η εποχή ή δίνεται έμφαση στην ενοχή του Άλμπρεχτ και στην καταπίεση της Ζιζέλ, έχουν αποτολμήσει πολλοί χορογράφοι. Πιο σημαντικές, εκείνη του Dance Theatre of Harlem (1984), με την ιστορία να εκτυλλίσσεται στους βάλτους της Λουιζιάνα, η ψυχολογική και φεμινιστική ανάγνωση του Mats Ek και των Μπαλέτων Cullberg (1982), άλλες όπως των Peggy van Praagh (μέσα δεκαετίας του ’60) και Maina Gielgud (1986) για το Australian Ballet, καθώς και η πρόσφατη της Sylvie Guillem.
Στο Μέγαρο Μουσικής: Η Ζιζέλ ανέβηκε σε χορογραφία του Λεωνίδα ντε Πιάν, βασισμένη στην πρωτότυπη των Κοραλλί και Περό, αλλά και στην εκδοχή του Μ. Πετιπά. Χόρεψε το Μπαλέτο της Κρατικής Όπερας της Σόφιας μαζί με σολίστ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Στην πρώτη διανομή (6, 7, 9/10) χόρεψαν οι Γιούλια Μαχάλινα (Ζιζέλ) και Ιγκόρ Ζελένσκυ (Άλμπρεχτ), ενώ στη δεύτερη (10, 12, 13/10), τους αντίστοιχους ρόλους ερμήνευσαν οι Ντιάνα Βισνιόβα και Βλαντίμιρ Μαλάχοφ. Παρακολουθήσαμε μόνο την πρώτη διανομή (9/10), και πέρα από τους πρακτικούς λόγους που εμπόδισαν την γράφουσα να παραβρεθεί και σε κάποια από τις υπόλοιπες παραστάσεις της Ζιζέλ, η βραδιά με την Γ. Μαχάλινα, ήταν αρκετή για να ματαιώσει οποιαδήποτε επιθυμία επανάληψης του εγχειρήματος. Σκληρός ο νόμος, αλλά νόμος, και η κ. Μαχάλινα, προφανώς γνωρίζει ότι τα μέτρα σύμφωνα με τα οποία κρίνεται η εμφάνιση της μπαλαρίνας είναι εξαιρετικά ακριβή και πολύ στενά. Επομένως, θα ήταν καλύτερα να μην εμφανιστεί, αν δεν ήταν έτοιμη, παρά να μας προσφέρει το θέαμα της «ξύλινης», άτεχνης, αμήχανης «πρώτης χορεύτριας» και επιπλέον βαρετής, χωρίς πνευματικότητα. Ευτυχώς που ο «μαρμάρινος» -από πλευράς εκφραστικότητας- Ζελένσκυ, έβαλε τα δυνατά του από ένα σημείο της παράστασης και μετά, συνειδητοποιώντας προφανώς ότι είναι άλλο πράγμα η σύνδεσή του στη μνήμη των θεατών με μια κακή παρτεναίρ, και άλλο η εξομοίωση της δικής του εκτέλεσης με τη δική της. Μας αποζημίωσε φυσικά, αλλά μόνον –όπως είναι κατανοητό- στο πλαίσιο του δικού του ρόλου, ο οποίος, δεδομένου ότι πρόκειται για έργο του ρομαντικού μπαλέτου, είναι υποβαθμισμένος σε σχέση με αυτόν της Ζιζέλ/Μαχάλινα.

2003



Δεν υπάρχουν σχόλια: