Δεν έχω δει τον Ελ Γκρέκο, και δεν νομίζω ότι θα σπαταλήσω χρόνο για να πιστοποιήσω τη λύσσα των Ελλήνων -σκηνοθετών και άλλων- με τις υπερπαραγωγές.
Η λογική που ακολουθείται είναι ότι εξαντλήσαμε την κουλτούρα στο ελληνικό σινεμά, φάγαμε με το κουτάλι το cinema d' auteur και πάμε τώρα για κάτι πιο απλό και κατανοητό.
Παρανόηση πρώτη: με εξαίρεση τον Τάκι Κανελλόπουλο, ουδείς άλλος έλλην σκηνοθέτης δικαιούται να ζητάει εύσημα για ουσιώδες έργο παρά μόνο για βαρεμάρα και κακή αντιγραφή του φλύαρου γαλλικού σινεμά.
Παρανόηση δεύτερη: με έργα όπως η Πολίτικη κουζίνα, και τώρα ο Γκρέκο, η Ελλάδα δεν κερδίζει τίποτε καλλιτεχνικά, παρά μόνο την επιβράβευση της νεοπλουτίστικης ψωνάρας ορισμένων που τώρα αντιγράφουν το Χόλλυγουντ.
Τον Γιάννη Σμαραγδή είχα συναντήσει πριν χρόνια για λίγο, στο πλαίσιο μιας συνάντησης στην ΕΠΑΣΚΤ, του συλλόγου φοιτητών που ακούει στο όνομα SAFIA. Θα μιλούσαμε όλοι για αυταρχισμό και τέχνη κ.ο.κ. Τσακωθήκαμε ή μάλλον διαφωνήσαμε πολιτισμένα, διότι θεώρησα τις απόψεις του τόσο κνιτοεθνικιστικές που είχα μείνειε άναυδη που θα μιλούσε για το ανάλογο θέμα και το σινεμά (πάει και καιρός, δεν θυμάμαι επακριβώς το θέμα του.) Στρατευμένος, μεταπολιτευτικής νοοτροπίας και ιδεολογίας, μάτσο και με κάτι απόψεις αγιοποιητικές της "Ελλάδας μας", που μου φάνηκαν κομματάκι εμετικές...
Δεν είναι βέβαια καλύτερες κάτι προσπάθειες να φτιαχτούν ρέπλικες από κάτι συμβατικές κλαψο-ευαίσθητες ταινίες τύπου "Πράσινες ντομάτες" και "Εγώ και το κορίτσι μου", μεταγραμμένες ως Πέππερμιντ και άλλες παρόμοιες που εξιδανικεύουν τις επαρχιακές γραφικότητες.
(Σταν Μπράκατζ, το ξαναλέω, που τους χρειάζεται, και ολονύκτιο Τέμενος στα βουνά της Αρκαδίας, αλλά χωρίς κουβέρτες, έτσι ξεροσφύρι, μέχρι να πουν απεταξάμην...)