λέω να πηγαίνω και στο άλλο μου μπλογκ, στα θερινά ανάκτορα να κάθομαι λίγο...
Μέσα στο τροχάδην της ημέρας, κάθισα σε καθωσπρέπει καφέ, να ρημαδοπιώ μια πορτοκαλάδα, να χαλαρώσω λίγο με ένα άσχετο βιβλίο και να φάω ένα σκατοσάντουϊτς. Πίσω μου, τα καθίσματα ήταν σαν λεωφορείου κάπως, καθόταν μια κωλόγρια κακάσχημη (δεν ήταν η τανίλα, της έμοιαζε η κάμπια).
Αφού ήπιε εκατό ποτήρια νερό, είπα θα σκάσει απ' τον προστάτη αλλά δεν..., και έλεγε "κάνει ζέστη, δεν προλαβαίνω να πίνω νερό σήμερα", ήπιε και δεν ξέρω τι άλλο, κι εκεί που μασούλαγα το σαντουιτσάκι πάνω απ' το βιβλιαράκι και το 'βρεχα με πορτοκαλαδίτσα, άρχισε να ρεύεται η σκατόγρια, λέω μια φορά, παρ' όλο που αηδίασα με τον infernal ήχο, ο γέρος πάει ή από πέσιμο ή από χέσιμο, άει σιχτίρ, ας μη δώσω σημασία. Όμως το κτήνος συνέχισε, λέω ρε μαλάκα, τι άλλο θα κάνει, θ' αρχίσει να κλάνει το ερείπιο εδώ πέρα; Γυρνάω την αγριοκοιτάω, κοιτάω και την ιδιοκτήρτρια που καθόταν στο διπλανό τραπέζι, τίποτα!!! Η δε γριά συνέχισε! Κι αφού ξεθύμανε, σηκώθηκε το τέρας του Λόχνες κι έφυγε.
Τόσο κακό μούτρο, που σίγουρα σα σκατά ήταν και στα νιάτα της, κι αλίμονο στον κακομοίρη που κοιμόταν δίπλα στο εκτόπλασμα. Θέλω να βρίσω σαν τον κάπταιν-Χάντοκ: μπαμπουίνε, βαζιβουζούκε, κάμπια, σκολόπεντρα!!!
Αηδίασα, μ' έπιασε εμετός, κι έφυγα. Μετά βίας πλήρωσα το αντίτιμο. Κανονικά έπρεπε να με κεράσουν και να μου κάνουν και αέρα.
Μέσα στο τροχάδην της ημέρας, κάθισα σε καθωσπρέπει καφέ, να ρημαδοπιώ μια πορτοκαλάδα, να χαλαρώσω λίγο με ένα άσχετο βιβλίο και να φάω ένα σκατοσάντουϊτς. Πίσω μου, τα καθίσματα ήταν σαν λεωφορείου κάπως, καθόταν μια κωλόγρια κακάσχημη (δεν ήταν η τανίλα, της έμοιαζε η κάμπια).
Αφού ήπιε εκατό ποτήρια νερό, είπα θα σκάσει απ' τον προστάτη αλλά δεν..., και έλεγε "κάνει ζέστη, δεν προλαβαίνω να πίνω νερό σήμερα", ήπιε και δεν ξέρω τι άλλο, κι εκεί που μασούλαγα το σαντουιτσάκι πάνω απ' το βιβλιαράκι και το 'βρεχα με πορτοκαλαδίτσα, άρχισε να ρεύεται η σκατόγρια, λέω μια φορά, παρ' όλο που αηδίασα με τον infernal ήχο, ο γέρος πάει ή από πέσιμο ή από χέσιμο, άει σιχτίρ, ας μη δώσω σημασία. Όμως το κτήνος συνέχισε, λέω ρε μαλάκα, τι άλλο θα κάνει, θ' αρχίσει να κλάνει το ερείπιο εδώ πέρα; Γυρνάω την αγριοκοιτάω, κοιτάω και την ιδιοκτήρτρια που καθόταν στο διπλανό τραπέζι, τίποτα!!! Η δε γριά συνέχισε! Κι αφού ξεθύμανε, σηκώθηκε το τέρας του Λόχνες κι έφυγε.
Τόσο κακό μούτρο, που σίγουρα σα σκατά ήταν και στα νιάτα της, κι αλίμονο στον κακομοίρη που κοιμόταν δίπλα στο εκτόπλασμα. Θέλω να βρίσω σαν τον κάπταιν-Χάντοκ: μπαμπουίνε, βαζιβουζούκε, κάμπια, σκολόπεντρα!!!
Αηδίασα, μ' έπιασε εμετός, κι έφυγα. Μετά βίας πλήρωσα το αντίτιμο. Κανονικά έπρεπε να με κεράσουν και να μου κάνουν και αέρα.
5 σχόλια:
Εσύ, μωρή μαρία αντουανέτα, το καταπίνεις το ρέψιμό σου και τη χωνεύεις την κλανιά σου; Ή τις κάνεις μυρωδάτες με ντιορ;
Καταπιέστρια του αυθορμητισμού
αγαπητή μου λαϊκούρα και γριά αιωνόβια, φυσικά νιώθεις συμπάθεια για τη βρωμόγρια, ίδιες είσαστε, να σε είχα όμως εκεί, να άκουγες, και θα σου 'λεγα εγώ! μέχρι κι εσύ θα τρόμαζες απαίσιο γραϊδιο.
υ.γ. εκ του γραφείου Τύπου των Βερσαλλιών.
sponsored by Ted Lapidus, προμηθευτής της βασιλίσσης
ουαααα χαχαχαχαχα αχ να μην είμαι μαζί σου να κάνουμε κάνα σκηνικό. Η γραία βέβαια αμέσως να υποστηρίξει την καγκουριά. Ου μαρή Tanila
ου και πάλι ου στη γριά!!! λολ μάλερ@
Δεν είναι καγκουριά, φοβικέ τύπε, είναι ελευθερία του σώματος.
Ου σε σας που κάθεστε σα να ΄χετε καταπιεί μπαστούνι απ'τον πολύ τον καθωσπρεπισμό και σφίγγεστε μια ζωή.
Δημοσίευση σχολίου