Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκέι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκέι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2007

SWAN LAKE, by MATTHEW BOURNE

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
Η Ελλάδα είναι η χώρα των επιτυχών κοινωνικών διεκδικήσεων. Έτσι, το βράδυ της πρεμιέρας της πολυδιαφημισμένης Λίμνης των Κύκνων του Μάθιου Μπορν, οι δύο χιλιάδες και βάλε θεατές που συνωστίστηκαν στο θέατρο Μπάντμιντον, πέρασαν μαύρες ώρες μέχρι να βρουν μια θέση στο πεζοδρόμιο, καταπατώντας τα δικαιώματα των πεζών, (ας τόλμαγε βεβαίως πεζός να διαμαρτυρηθεί, και θα ανασκολοπιζόταν πάραυτα από τους αγριεμένους οδηγούς), λόγω της κατάληψης της κεντρικής εισόδου των εγκαταστάσεων του θεάτρου από διαμαρτυρόμενους για τη χρήση του πάρκου Γουδή. Εννοείται ότι η παραγωγή δεν είχε φροντίσει να ειδοποιήσει τους δύσμοιρους που συνέρρεαν στο θεάμα με κάποια πινακίδα, και τους άφησε να κορώνουν στις ουρές της Κατεχάκη...Και μετά το παρκάρισμα, με γοργό βηματισμό ή ελαφρό τροχασμό μέσα από το υγρό γκαζόν όλοι μαζί στο θέατρο, τις πρώην Ολυμπιακές εγκαταστάσεις του ευγενούς αθλήματος του μπάντμιντον.

Εκεί ήταν το μεγάλο πανηγύρι: ένα φίρδην-μύγδην ανθρώπων που ουδόλως ήξεραν τι είχαν έρθει να δουν. Εσχάτως βέβαια, σύμπασα η Ελλάς τρέχει σε θεάματα «γκέι», που υπόσχονται απελευθέρωση και εξευρωπαισμό των ηθών της διά της στενωπού της ιδεολογικής αντιπαράθεσης με το μεσογειακό ομοφοβικό ιθαγενή. Μόνο που επειδή τα μεταξωτά βρακιά χρειάζονται και γειτνίαση με επιδέξια οπίσθια, η πλειοψηφία του κοινού αποχώρησε μαζικά αφού είδε την περίφημη σκηνή των ανδρών κύκνων, και αφού διαπίστωσε ότι το θέμα της «γκέι αρτ» οι Αγγλοσάξωνες το γνωρίζουν καλύτερα και σε βάθος. Άσε που γιατί να μείνουν μέχρι το τέλος της παράστασης; Αποσπάσματα της κατά Μάθιου Μπορν Λίμνης των Κύκνων είχαν δει προ ετών οι παροικούντες την μπουζουκοπαραλιακή, στο σόου του εθνικού αστέρα Σάκη Ρουβά. Τα βίντεο των μεγάλων του χορού δεν τα αντιγράφουν μόνο οι του έντεχνου, αλλά και οι του εμπορικού, ίσως γι’ αυτό η Πίνα Μπάους απαγόρευσε διά ροπάλου την μαγνητοσκόπηση και πώληση των έργων της. Επάνοδος όμως στο πανηγύρι του θεάτρου μπάντμιντον και στις ουρές στα ταμεία, όπου απελπισμένοι ξεροστάλιασαν σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι, για να πάρουν προσκλήσεις και εισιτήρια, ακούγοντας το αποθαρρυντικό «μα δεν σας βρίσκω πουθενά...» Κανένα ενδιαφέρον για την σωματική και ψυχική κατάσταση του κοινού φυσικά, εκ μέρους των διοργανωτών! Απούσα οποιαδήποτε μέριμνα, οποιοδήποτε σχέδιο κρίσης, οποιαδήποτε επαγγελματική διαχείριση «εκτάκτων καταστάσεων». Ερασιτεχνισμοί και τρέξιμο μόνο προκειμένου να βρεθούν οι προσκλήσεις των «επωνύμων» που σφύριζαν απ’ τα ηρωικά μετόπισθεν: «μα τι θα γίνει αγαπητέ με τις θέσεις μας;»

Και μετά απ’ το ξεροστάλιασμα, το σκαρφάλωμα στις θέσεις. Αυτές που η παραγωγή φύλαξε για τους επαγγελματίες που στο φινάλε, έπρεπε να δουν καλά το θέαμα (και όχι το ρεβέρ της σκηνής), για να το περιγράψουν στους αναγνώστες τους. Υποθέτει κανείς ότι τηλεπαιχνιδάδες και δευτεροκλασάτες σταρλετίτσες θα είχαν περισσότερους λόγους να δουν τις λεπτομέρειες του έργου...Με μιάμισυ περίπου ώρα καθυστέρηση, ξεκίνησε το έργο. Για την ακρίβεια επρόκειτο για «δύο έργα η αίθουσα κλιματίζεται», καθότι πρώτη έπεσε «τσόντα», ήτοι μικρής διάρκειας ερασιτεχνικό βίντεο, με σολάρισμα του υπεύθυνου Ολυμπιακών ακινήτων, και του διοργανωτή της παράστασης. Να ‘ναι καλά ο κύριος των Ολυμπιακών ακινήτων και οι ευφάνταστοι που είχαμε δίπλα μας: ένεκα η σικ προφορά του με το πλανάρισμα στο «ρο», ακούσαμε ωραιότατα ανέκδοτα και αυτοσχεδιασμούς μέχρι να αρχίσει η παράσταση. Γιατί μετά το βίντεο άναψαν τα φώτα...Και περιμέναμε ξανά, ωσότου κάποτε εδέησε να λυθεί το όποιο πρόβλημα, και η παράσταση άρχισε. Το τελευταίο παρατράγουδο της βραδιάς αφορούσε στο κοινό: δέκα λεπτά πριν το τέλος, εμφανίστηκε άλλο τεχνικό πρόβλημα (!) και η αυλαία έκλεισε. Και νωρίτερα υπήρξαν πολλές «διαρροές», αλλά εκεί έγινε το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»: καθείς άρπαζε το μισοκοιμισμένο του παιδί, το γέροντα γονιό του ως άλλος Αινείας, τα νερά και τα σάντουιτς που δεν πρόλαβε να φάει, και την έκανε κατά την έξοδο με ταχύτατα βήματα. Βαρβαρότητα και μη αναγκαία έξοδος –σαν τους Ισραηλίτες απ’ την Αίγυπτο- ιδίως αφού πολύ γρήγορα ειδοποιηθήκαμε πως η παράσταση θα ξανάρχιζε σχεδόν αμέσως. Όπερ και εγένετο, και μεγαλύτερο πάθος από πριν. Όσοι έμειναν, καταχειροκρότησαν τους χορευτές και το χορογράφο. Ευτυχώς η παράσταση υπήρξε μέγιστη παραμυθία για το καταταλαιπωρημένο κοινό, αλλιώς θα επεφύλασσε στους δοργανωτές και τους υπέρ πάρκου καταληψίες μοίρα ανάλογη με των αδελφών ντε Βιτ –δημόσιο λυντσάρισμα.

ΤΟ ΕΡΓΟ
Μεσούσης της συζήτησης για τη διαχείριση του θεσμού της μοναρχίας και των εκκρεμοτήτων της στην Ελλάδα, η Λίμνη των Κύκνων του Μάθιου Μπορν, ήρθε για να παρουσιάσει έναν τρόπο αντιμετώπισης πιο φλεγματικό, και μια εμπειρία προσαρμοσμένη στο πνεύμα των καιρών. Διότι επί της ουσίας, το έργο είναι μελόδραμα με ήρωα έναν πρίγκηπα, στο ύφος του εμπορικού Χολλυγουντιανού σινεμά, με πολλά στοιχεία φυσικά από την πραγματική ζωή της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας την εποχή που δημιουργήθηκε η χορογραφία αυτή (1995): εποχή που η Νταιάνα εξομολογήθηκε στο BBC και τον Μάρτιν Μπασίρ το δακρύβρεχτο στόρυ της ζωής της, εποχή που η Καμίλλα ήταν ακόμη μια «ανάρμοστη σχέση», εποχή που ο πρίγκηπας Ανδρέας με τη Σάρα Φέργκιουσον εμφανίζονταν στα ταμπλόιντς για δεσμούς με πορνοστάρ και ευειδείς νέους αντίστοιχα, ενώ σχόλια για την πιθανή ομοφυλοφιλία του μικρότερου γιου της βασίλισσας, Έντουαρντ, ακούγονταν και διακριτικά διαψεύδονταν.

Η ιστορία των κύκνων είναι λοιπόν μόνο ένα στοιχείο της ιστορίας, και άκρως παρεξηγημένο, άμα δε και καθόλου πρωτότυπο, καθώς ήδη από το 1987 ο Σουηδός Μάτς Έκ είχε δημιουργήσει για τα Μπαλέτα Κούλλμπεργκ –της μητέρας του- τη δική του «Λίμνη των Κύκνων». Το λιμπρέτο της πρωτότυπης «Λίμνης» προσφέρεται για «Φρουδικού τύπου προσεγγίσεις», και ο υπερβόρειος Έκ είδε την ευκαιρία, τονίζοντας τη σχέση του πρίγκηπα με τη μητέρα του. Επίσης, είναι εκείνος που πριν τον Μπορν αντικατέστησε το γυναικείο corps de ballet με ανδρικό, και μάλιστα ξυπόλητο, διατηρώντας όμως τα κλασικά tutus, δηλαδή τα κοστούμια των γυναικών χορευτριών. Ο Μάθιου Μπορν, με την τότε ομάδα του που λεγόταν Adventures in Motion Pictures, αντικατέστησε το γυναικείο Chorus με ανδρικό, και επιπλέον άλλαξε τα κοστούμια: τη θέση των tutus πήρε ένα λεπτό παντελόνι ως τη μέση της γάμπας, φτιαγμένο έτσι ώστε να θυμίζει πούπουλα πουλιού. Πλην όμως, ιδίως επειδή στη δική του εκδοχή τονίζεται η σεξουαλική πλευρά των κύκνων και η επιθετικότητά τους, το κοστούμι τελικά θυμίζει περισσότερο το κάτω ήμισυ του σώματος του θεού Πανός. Όσο δηλαδή το κεφάλι των χορευτών, με το ανάλογο μέικ-άπ, πείθει ως κεφάλι κύκνου, τόσο το σώμα παραπέμπει στους σεξουαλικά υπερενεργούς ακολούθους του Διόνυσου.

Το επιθετικό σμάρι των κύκνων θα σκοτώσει στο τέλος τόσο τον πρίγκιπα, όσο και το alter-ego του, τον λευκό αρχηγό τους, σε μια σκηνή που θυμίζει λιγάκι Τέννεσυ Ουίλιαμς και το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι». Πολλές αναφορές όμως γίνονται σ’ όλη τη διάρκεια του έργου σε ταινίες και λογοτεχνικά κείμενα: για παράδειγμα η ανάλγητη μητέρα-βασίλισσα (κάτι σαν την φημολογούμενη σκληρή και ταγμένη στη μοναρχία και το πρωτόκολλο Ελισάβετ Β’), θυμίζει την Κόκκινη Βασίλισσα από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.
Εν κατακλείδι, αυτό που είναι σημαντικό για το θεατή, είναι να καταλάβει ότι η Λίμνη των Κύκνων του Μάθιου Μπορν, είναι μια απόλυτα «Αγγλική παράσταση», με όλα τα αρχέτυπα της κουλτούρας της χώρας υπό αμφισβήτηση, όπως απαιτούσε η εποχή δημιουργίας του έργου και ιδίως οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις στο πεδίο της θεωρίας της τέχνης, και του χορού ειδικότερα. Η σκηνή της «παράστασης μέσα στην παράσταση», όπου η βασιλική οικογένεια μαζί με την ανάρμοστη ερωμένη του πρίγκιπα παρακολουθεί ένα μπαλέτο στο θέατρο, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα: τα κοστούμια των μπαλαρίνων, η υπόθεση του έργου, η αντιπαράθεση ανάμεσα στην κλασικίζουσα αναφορά –το μπαλέτο που υποτίθεται ότι παρακολουθεί η βασιλική οικογένεια- και την εντελώς προσωπική και σύγχρονη εκδοχή ενός κλασικού έργου από τον ίδιο τον Μπορν, έχουν όλα ένα σοβαρό λόγο ύπαρξης. Οι μπαλαρίνες για παράδειγμα, είναι άμεση αναφορά στην ιστορία της κοινωνικής κατάταξης των χορευτριών τον 19ο αιώνα στην Αγγλία, μια εποχή κατά την οποία δημιουργήθηκε και η πρωτότυπη «Λίμνη των Κύκνων». Τότε, οι σκηνικοί συμβολισμοί που αφορούσαν στη γυναίκα στα έργα του μπαλέτου, βρίσκονταν σε τέλεια αντίθεση με την κοινωνική πραγματικότητα εκείνων που ερμήνευαν τους ρόλους. Η πραγματικότητα είχε λαικές σκηνές με χυδαιότητα και εκμετάλλευση μακριά βεβαίως από τα μεγάλα θέατρα και τον καθωσπρεπισμό, τη μυστική ζωή των κυρίων της εποχής, τη σύφιλη (που συχνά μετέδιδαν στις συζύγους τους), τον στιγματισμό της «γυναίκας-πόρνης», υποκρισία και προσπάθεια για εμπέδωση μιας εξωραισμένης εικόνας της γυναίκας ως παθητικής, δεκτικής και εξιδανικευμένης ερωμένης. Όλα αυτά βρίσκονται στο «έργο μέσα στο έργο»-παρωδία του Μπορν, και βεβαίως εμπνέονται από τις θεωρητικές συζητήσεις και την ιστορική έρευνα του χορού.
Ο Μάθιου Μπορν δεν είναι ο μόνος που έχει επανεπεξαργαστεί τα κλασικά έργα. Υπάρχουν ακόμη ο Ματς Έκ, ο Μάρκ Μόρρις, ο Τζων Νωυμάιερ κ.ά. Η δική του εκδοχή όμως παραμένει πολύ πειστική ως προς την ανάγκη η Λίμνη των Κύκνων να δεχθεί κάποια «αναδόμηση», και να απομακρυνθεί από την λειτουργία της ως δείγματος κοινωνικής υποκρισίας και φορέα μιας καταπιεστικής ηθικής για τις γυναίκες. Ας μην ξεχνάμε δε, ότι το ρομαντικό και κλασικό ρεπερτόριο του 19ου αι., χρησίμευσαν ώστε οι γυναίκες να έρθουν στο προσκήνιο της σκηνικής δράσης και να κυριαρχήσουν για πάνω από έναν αιώνα ως αντικείμενα λατρείας της ηδονοβλεπτικής πατριαρχίας και της τέχνης του θεάματος.


To BHMA, 2/2/2007

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2007

GAY KAI ΓΥΝΑΙΚΕΣ: ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Ή ΦΙΛΙΑ;

Φιλία, απαντά η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων. Αντιρρήσεις φαίνεται να έχουν οι μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες, όπως η καλοδιατηρημένη γυμνή κυρία που ωρυόταν στα αποδυτήρια γνωστού γυμναστηρίου της Αθήνας, κραδαίνοντας το μπουκάλι με την κρέμα σώματος: «Δεν τους ξέρετε εσείς καλά αυτούς!» «Απεναντίας!» σκέφτηκα καθώς την παρατηρούσα, «κι εν πάση περιπτώσει, ευκαιρία να τσεκάρω τις γνώσεις μου». Καθώς όμως έφτιαχνα τη στρατηγική μου, το πρώτο πρόβλημα ανέκυψε: -Πώς πας σε κάποιον και του λες ότι θες να του μιλήσεις με αφορμή τα όσα γνωρίζεις για την σεξουαλική του ταυτότητα? Το πράγμα έγινε πιο «σουρρεαλιστικό», όταν άρχισα να μιλάω στο τηλέφωνο με ανθρώπους που φίλοι μου σύστησαν, ακριβώς επειδή μοιράζονταν τις ίδιες προτιμήσεις! Είναι απίστευτα δύσκολο, να πει κανείς με αποδεκτό τρόπο, «σας τηλεφωνώ εκ μέρους του Τάδε, μου είπε ότι κι εσείς...ξέρετε...και επειδή κάνω μια μικρή έρευνα για τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ μας, θα ήθελα να σας μιλήσω...Για την ανωνυμία δεν χρειάζεται να ανησυχείτε...» Ελάχιστες ήταν οι στιγμές σιωπής και αμηχανίας, αν και μάντευα κάποια απορία που όμως σε καμμία περίπτωση δεν λεκτικοποιήθηκε...Οι συστάσεις έπαιξαν κι αυτές το ρόλο τους, όπως περίπου θα συνέβαινε σε δίκτυο «παρανόμων» ή «συνωμοτών». Η επαφή με φίλους φίλων απ’ το εξωτερικό, έγινε σε σχετικά πιο χαλαρό κλίμα, καθώς η πιο ανοιχτή παραδοχή της σεξουαλικής ταυτότητας, διευκόλυνε τα πράγματα. Εδώ ας είναι καλά τα E-Mail. Όσο για τις γυναικοπαρέες που μου μίλησαν, προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν ήταν πάντοτε το πιο εύκολο μέρος της όλης υπόθεσης. Οι straight φίλοι που έμαθαν για την έρευνα, ήθελαν κι αυτοί να πουν μια γνώμη, και την είπαν παρά τη σθεναρή αντίσταση που πρόβαλλα, και τη διαβεβαίωσή μου, ότι δεν θα ληφθεί υπ’ όψη...
-Είμαστε...πραγματικά φίλοι?
«Ναι!» μου απάντησαν άνδρες και γυναίκες. Αν ταιριάζουμε στα γούστα, ναι! Όπως όλες οι φιλίες δηλαδή, μη νομίζεις...Μερικοί μπήκαν σε λεπτομέρειες: οι θηλυπρεπείς gay είναι ανταγωνιστικοί. –Γιατί? Γιατί θέλουν να είναι γυναίκες οι ίδιοι, και επειδή αυτό δεν γίνεται, πολύ απλά τους βγαίνει έτσι. Οι υπόλοιποι όμως που δεν είμαστε θηλυπρεπείς αλλά απλά επιλέγουμε άνδρες γιατί έτσι μας αρέσει, δεν έχουμε τέτοιο κόμπλεξ, και είμαστε μια χαρά με τις γυναίκες. Οι καλύτερες φίλες! (γέλια) Αγάπη μου, δεν έχουμε κάτι κοινό για το οποίο να ανταγωνιστούμε μαζί σας. –Σίγουρα; Ναι παιδί μου, τι σχέση έχει ο γκόμενός σου –ωραίο παιδί και μπράβο σου- με τον δικό μου; Εγώ θέλω να περνάει η φίλη μου καλά! (σμουτς) Σαν να λέμε δηλαδή, ότι από διαφορετικά στέκια βρίσκει ο καθένας αυτόν που τον ενδιαφέρει. Δεκτόν!


Εμένα όμως, μου είπε μια φίλη στο τηλέφωνο, με ενοχλεί η κοκκεταρία των gay φίλων μου. Μου τη σπάει που πρέπει κάθε φορά που θα βγούμε, να συζητήσουμε τι θα φορέσουμε, και επιπλέον τι θα φορέσει ο καθένας, για να αποφασιστεί τελικά η γενική εικόνα της παρέας! Σαν να βγαίνω με τις φίλες μου, και μάλιστα στο υπερβολικό... Α ναι, και θέλουν να βγάζουν όλους τους άνδρες gay. –Τα υπόλοιπα κορίτσια τι λένε; «Ε μωρέ, εντάξει, είναι για να αισθάνονται πιο άνετα, καλά δεν πειράζει, και λοιπόν; Ο καθένας λέει ότι του αρέσει. Ελευθερία δεν έχουμε; Σιγά!» «Τι σιγά βρε κορίτσια! Αυτό δηλαδή δεν είναι ανταγωνιστικό; Γιατί το λένε; Από ανταγωνισμό!» «Έλα μωρέ, τι ανταγωνισμό; Σου έχει πάρει κανένας gay τον γκόμενο; Άμα ο άλλος δεν θέλει, δεν πάει! Άμα πάει θα πει ότι το ‘χε μέσα του, και καλύτερα που το ‘βγαλε γιατί αλλιώς θα ‘τανε μεσ’ την κακία!» -Και η «άλλη πλευρά» τι λέει; «Αυτά τα περί ανταγωνισμού και περί του να λένε οι gay ότι οι άνδρες είναι όλοι gay, είναι μύθος! Δεν νομίζω ότι οι γυναίκες έχουν αισθανθεί να απειλούνται από κάποιο φίλο τους και το αντίστροφο! Σιγά πια, το πολύ-πολύ να είναι wishful thinking μιας ετεροφυλόφυλης πλειοψηφίας! Όλοι φαντασιώνονται κάτι. Αυτό πάντως είναι μύθος. Δεν έχω ακούσει να λέει κανείς ότι όλοι οι άνδρες είναι gay».

Μα τι πρόβλημα να έχουμε? απάντησαν εν χορώ οι τρεις γυναίκες του δημοσιογραφικού χώρου που συμμετείχαν σε μια απογευματινή κουβέντα. Είμαστε πολύ καλοί φίλοι, πολλά χρόνια με κάποιους ανθρώπους, και τελείωσε! «Σταθείτε βρε κορίτσια, εμένα λίγο μ’ ενοχλεί η ιστορία. Είμαι απολύτως υπέρ της ελευθερίας, αλλά δεν μπορώ τους κραγμένους, και δεν μπορώ τις κακές αδερφές...Νομίζω ότι γίνονται πολύ κακοί μερικοί απ’ αυτούς, κάποιες φορές», ακούστηκε από μια συνάδελφο, για να την κόψουν εν χορώ οι προηγούμενες, και με κοίταξαν με νόημα «άσ’ την μωρέ είναι κολλημένη αλλού»: «Είναι στοιχειώδης άμυνα, άμα σου κολλάνε αμύνεσαι! Ο τρόπος και το ύφος εξαρτάται απ’ το επίπεδο του καθενός όπως σε όλαες τις περιπτώσεις» ξαναείπαν τα υπόλοιπα κορίτσια, και μου το επιβεβαίωσε και ο καλός μου φίλος ο Α. ένα βράδυ μετά το σινεμά που του ζήτησα να με διαφωτίσει περί τα σχετικά.

Και μια και βγαίναμε από ταινία, την «Βιριδιάνα», τον ρώτησα αν πιστεύει ότι στο σινεμά και στην τηλεόραση ακόμη περισσότερο, οι gay σχέσεις, η gay κοινότητα, η όλη κουλτούρα τελοσπάντων, αν μεταφέρεται με τρόπο ικανοποιητικό. Προσωπική μου άποψη είναι ότι όσα βλέπουμε, είναι μια απίστευτη γελοιοποίηση. «Μα, αγάπη μου, αυτά φτιάχνονται πάνω στα στερεότυπα που γνωρίζει ο κόσμος, και που συνήθως είναι τα πιο χοντροκομμένα και προσφερόμενα για γελοιοποίηση στοιχεία του καθενός...Γιατί μονίμως επιλέγουν αυτά? Ίσως γιατί μόνο αυτά μπορούν να περάσουν, ίσως είναι το κοινό που τα ζητάει. Δεν ξέρω, πραγματικά δεν ξέρω...» «Και να σκεφτείς ότι συχνά τα γράφουν αδερφές αυτά...Είναι αηδιαστικά όντως...ναι, δεν ξέρω...», μου είπε στο τηλέφωνο ένα βράδυ ο Σ.
«Δεν είναι πάντα τόσο άσχημα», μου έγραψε με την αγγλική εμπειρία των πιο λεπτών υπαινιγμών, ο P. «Απλά οι gay χαρακτήρες είναι εκτός πραγματικότητας.» Μα αυτό εννοώ κι εγώ! «Δεν ξέρω...οι gay πάντως, φαίνεται να μπαίνουν σε μια ταινία, για να βγάλουν γέλιο ή να κάνουν το θύμα. Θύμα αρρώστιας, βίας, μίσους, ο,τιδήποτε. Όσο για το «Next Best Thing», αυτό ήταν ευκαιρία για επί σκηνής αστειάκια της Madonna με τον κολλητό της. Πάω στοίχημα ότι ο Ρούπερτ δεν έχει κοιμηθεί ούτε μεθυσμένος με τη Madonna!»
-Μα καλά γιατί υπάρχει τέτοια μυθολογία γύρω από τη φιλία γυναικών και gay ανδρών?» Οχλοβοή ακολούθησε, καθώς ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Πρώτος λόγος, είναι η αμοιβαία αίσθηση ασφάλειας. Οι γυναίκες έχουν απέναντί τους έναν άνδρα –συνήθως προσεγμένο και με καλούς τρόπους, σημείωσε ο P.- με τον οποίο μπορούν να κουβεντιάσουν για χίλια πράγματα που τις αφορούν, χωρίς να πλήξουν, έναν άνδρα που θα τις προσέξει και με τον οποίο δεν χρειάζεται να κάνουν σεξ. Οι gay άνδρες μπορεί να γοητεύουν, αλλά δεν «απειλούν» μια γυναίκα. Μπορούν να είναι μόνο φίλοι. –Κι αν εν μέσω αυτής της φιλίας γίνουν και...»ανήθικες» προτάσεις? «Έχει συμβεί, εξηγηθήκαμε, και δεν υπήρξε πρόβλημα μετά». «Έχω κάνει έρωτα με γυναίκες, και μάλιστα υπήρξαν ερωτικές συνευρέσεις όπου υπήρχαν απαραίτητα και γυναίκες». «Δεν απαντώ σ’ αυτό το θέμα, είναι πολύ προσωπικό». «Ε, αν γίνει κάτι τέτοιο, θα το συζητήσουμε και θα δούμε, από τώρα θ’ ανησυχώ?»
-Με τους straight άνδρες πώς τα πάτε? «Αμήχανα, είναι λίγο βαρετοί, και νομίζω ότι κι αυτοί αισθάνονται αμήχανα με τους gay άνδρες. Η όλη κατάσταση τους βγάζει ένα είδος ανασφάλειας που δεν με τραβάει». Νομίζω ότι οι σύντροφοι των γυναικών που κάνουν παρέα και έχουν gay φίλους, αισθάνονται κάποιου είδους ενόχληση ή απειλή μερικές φορές απ’ αυτή την κατάσταση. Δεν μπορούν να καταλάβουν πώς είναι δυνατόν κάποιος άνδρας να είναι μαζί με μια γυναίκα και να μην κάνει σεξ μαζί της»...
-Καλά και ποιές γυναίκες προτιμάτε να κάνετε παρέα? «Ανεξάρτητες, με άποψη, που δεν στηρίζονται σ’ έναν άνδρα, δυνατές, κάπως τρελλές αλλά όχι τελείως τρελλές γιατί είναι ανυπόφορες,!» -Όμορφες? «Γιατί όχι, αλλά δεν παίζει ρόλο, το θέμα είναι η χημεία». «Όχι λέμε στις κότες, όχι και στις ξενέρωτες», μου τραγουδάει ο Α. γελώντας. Όχι και σ’ αυτές που χρησιμοποιούν την σεξουαλικότητά τους για να πετύχουν πράγματα. Μακρυά!» Και βεβαίως, υπάρχουν παρέες και παρέες. «Στην gay κοινότητα, υπάρχει και όνομα για τις γυναίκες που έχουν κυρίως φίλους gay, λέει ο P. Λέγονται fag hags, και είναι συνήθως εξωστρεφή και κοινωνικά άτομα, όχι απαραίτητα με προβληματική προσωπική ζωή, αλλά που σίγουρα οι άλλοι άνδρες και οι γυναίκες έχουν μια κάπως «υποβαθμισμένη» παρουσία στη ζωή τους. Έχω μια τέτοια φίλη και την αγαπώ πάρα πολύ».

Για το τέλος κρατάω αυτό που από καιρό ήθελα να ρωτήσω: -Τι κάνει μια γυναίκα ή μια μουσική gay icon?
«Μα τι ερώτηση είναι αυτή? Λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ασφαλώς δεν χρειάζεται να είναι η ίδια gay, αλλά μάλλον θα πρέπει να ενδιαφέρεται για gay θέματα, να έχει φίλους gay, και γενικά να έχει μια θετική στάση απέναντι στο όλο θέμα. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Madonna: μιλάει ανοιχτά γι’ αυτά τα θέματα, είναι ενδιαφέρουσα, πετυχημένη, δυναμική, λαμπερή, σοκάρει και προκαλεί, είναι ευαισθητοποιημένη στο θέμα του AIDS. Είναι καταφανώς κακή ηθοποιός, γεγονός που μάλλον συντελεί στο να είναι ακόμη πιο γοητευτική! Είναι το μεγαλύτερο εν ζωή gay icon, και σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, δεν έχει κανένα σημείο θυματοποίησης. Τώρα που το σκέφτομαι, η πριγκίπισσα Νταιάνα, υπήρξε αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο gay icon του 20ού αιώνα. Πολύ όμορφη, λαμπερή, και καταπιεσμένη και στη θέση του θύματος από το περιβάλλον της. Αυτός θα πρέπει να είναι και ένας βασικός λόγος που έγινε τέτοιος θρύλος...Οι gay άνδρες και γυναίκες ταυτίζονται εύκολα με αυτούς που έχουν τέτοιο παρελθόν, γιατί ως έναν βαθμό κι αυτοί μπαίνουν στον ρόλο του θύματος, «διωγμένοι» κατά κάποιο τρόπο από το περιβάλλον τους. Η Νταιάνα ήταν κι αυτή ευαισθητοποιημένη σε θέματα που αφορούσαν το AIDS, είχε gay φίλους, όπως ο Βερσάτσε, ο Έλτον Τζων, ο Τζώρτζ Μάικλ. Η Μαίρυλιν Μονρόε ίσως ήταν ένα άλλο icon για την gay σκηνή της εποχής της. Νέα, «ατάλαντη», όμορφη, θύμα των περιστάσεων και του περιβάλλοντός της, μ’ έναν τόσο τραγικό θάνατο...Μου φαίνεται η τέλεια υποψηφιότητα για gay icon! Όσο για τα τραγούδια, ο καθένας θα το μάντευε...Αν είναι camp και ζωηρά γίνεται iconic hit! Άμα συνδέεται και με ταινία, ακόμη καλύτερα! Το «I will survive», έγινε δημοφιλές από την ταινία «Priscilla, the Queen of the Desert». Αν τον τραγουδιστή τον πάει η gay κοινότητα, επίσης...Όσο για το «I am what I am», ο τίτλος τα λέει όλα!


ΝατάσσαΧασιώτη
Ημερησία, Σεπτέμβριος 2000