Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2007

ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ-Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ 1945

Στις 9 Μαίου 1945 η Γερμανία παραδόθηκε άνευ όρων και χωρίστηκε σε τέσσερεις τομείς (Γαλλικό, Σοβιετικό, Αμερικανικό, Αγγλικό). Στις 15 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, δόθηκε παράσταση χορού στα ερείπια ενός θεάτρου, σε χορογραφία του Ρούντολφ Κέλλινγκ, διευθυντή της Όπερας από το 1934.
«Παρά την κατεπείγουσα ανάγκη να αποκατασταθεί η τάξη, να καθαριστούν τα συντρίμμια και να ξαναχτιστεί ό,τι γκρεμίστηκε, η επιθυμία των κατοίκων να συνεχιστεί η πολιτιστική ζωή της πόλης, ήταν το ίδιο έντονη με την ανάγκη για φαγητό, καταλύμματα και ρούχα. Σιγά-σιγά άρχισαν οι παραστάσεις όπερας, οπερέττας και μπαλετικών divertissements.» Κάπως έτσι περιγράφουν οι ιστορικοί του χορού Πατρίτσια Στέκεμαν, Χέντβιγκ Μύλλερ και Ράλφ Στάμπερ, στο πρώτο κεφάλαιο της καλαίσθητης και εμπεριστατωμένης έκδοσης που συνοδεύει την έκθεση με τίτλο «Κροκόδειλος στη Λίμνη των Κύκνων-Ο χορός στη Γερμανία από το 1945», την πορεία προς την «ομαλοποίηση» στη μεταπολεμική Γερμανία. Τα εγκαίνια της έκθεσης που λαμβάνει χώρα στην Akademie der Kuenste, στο Βερολίνο, συνέπεσαν με την δέκατη-τρίτη επέτειο της επανένωσης των δύο Γερμανιών (3/10) και θα διαρκέσει μέχρι τις 30 Νοεμβρίου.


Η έκθεση περιλαμβάνει φωτογραφίες, προγράμματα παραστάσεων, βίντεο, χάρτες που βοηθούν τον επισκέπτη να καταλάβει καλύτερα τη ιστορική διάσταση του θέματος και τον γεωγραφικό καταμερισμό των ομάδων, καλλιτεχνών και στυλ που παρουσιάζονται, αλλά και έντυπο υλικό που περιγράφει τα κυρίαρχα ρεύματα στη ζωή, τη μ.όδα, τη διασκέδαση, την χρονική περίοδο που καλύπτουν οι φωτογραφίες σε κάθε τομέα της έκθεσης. Το υλικό είναι τεράστιο και εξαιρετικά ενδιαφέρον, δίνει δε μια πλήρη εικόνα τόσο στον ειδικό όσο και στο ευρύτερο κοινό που θα επισκεφθεί τον χώρο. Το θέμα της έκθεσης, παρουσιάζεται συνεδεμένο με ιστορικά γεγονότα που ακόμη είναι σχετικά δύσκολο να συζητηθούν, αλλά που στην τέχνη, στο χορό εν προκειμένω, έχουν αποτελέσει αντικείμενο έμπνευσης και καυστικών σχολιασμών (π.χ. η «Ούλρικε Μάινχοφ» του Χανς Κρέσνικ), ενώ η θεωρητική ματιά των επιμελητών, είναι τολμηρή και εμπνευσμένη από σύγχρονες θεωρίες. Οι ιδεολογικές τους θέσεις γίνονται φανερές ακόμη και από την επιλογή της ημέρας των εγκαινίων, που ήταν η ημέρα της επετείου της επανένωσης της Γερμανίας, ή από τον τίτλο της έκθεσης. Και τα δύο, δείχνουν την πρόθεση να «ταραχτούν» οι συνειδήσεις των επισκεπτών, αλλά και όσων θα ακούσουν για την έκθεση, η σύνδεση της οποίας με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα κάθε δεκαετίας, της δίνει τη δυνατότητα να προσελκύσει ένα ευρύτερο κοινό, και να δείξει επίσης το σημαντικό ρόλο που έπαιξε ο χορός όλα αυτά τα χρόνια, πέρα από αυτό που θα φανταζόταν κανείς. Ο τίτλος αναφέρεται στον εφησυχασμό της περιόδου Αντενάουερ, μετά την έκρηξη του εξπρεσιονιστικού χορού τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η συνεργασία με τους Εθνικοσοσιαλιστές, και η σύμπτωση της άνθησης του μοντέρνου χορού τα δύσκολα χρόνια του ναζισμού, συντέλεσαν στο να ξεχαστεί η γενιά των πρωτοπόρων τη μεταπολεμική εποχή που πάρα πολλοί ήθελαν να αποκηρύξουν το «αμαρτωλό παρελθόν». Πολλοί από εκείνη τη γενιά συνέχισαν να διδάσκουν και να χορογραφούν (Μαίρη Βίγκμαν, Γκρέτ Παλούκα, Υβόν Γκεόργκι, Χάραλντ Κρώυτσμπεργκ), έχοντας όμως χάσει τη θέση και τη σημασία που είχε το έργο τους στα προπολεμικά χρόνια. Ο Κούρτ Γιός αποτέλεσε την πιο ιδιάζουσα περίπτωση καθώς έφυγε από τη Γερμανία πριν τον πόλεμο, και επέστρεψε για να ξανανοίξει το σχολείο του το FolkwangSchule, από το οποίο αποφοίτησαν οι περισσότεροι της ανατρεπτικής γενιάς των εκπροσώπων του Χοροθεάτρου, τη δεκαετία του ’60.

Στα χρόνια του ’50 κυρίως, την αίσθηση της ειρήνης, της ασφάλειας και φυσικά της λήθης μπορούσε να φέρει το μπαλέτο, που γνώρισε μεγάλες δόξες. Από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και δύο δεκαετίες αργότερα, η «Λίμνη των Κύκνων» ανέβηκε σε πολλαπλές χορογραφικές εκδοχές, από την πρωτότυπη του Πετιπά, μέχρι εκείνες των Τομ Σίλλινγκ, Λίλο Γκρούμπερ, Έμμυ Κέλλερ-Ρίχτερ (Λειψία), χωρίς να λογαριάσει κανείς εκδοχές του έργου προσκεκλημένων καλλιτεχνών όπως ο Κέννεθ Μακ Μίλλαν (ή την πολύ προσωπική εκδοχή του Χανς Κρέσνικ στη Βρέμη, το 1971). Όσο για τον «κροκόδειλο», αυτός είναι μια συμβολική αναφορά στην ανατροπή που έφερε η γενιά της Πίνα Μπάους (Ράινχιλντ Χόφμαν, Χάνς Κρέσνικ, Γκέραρντ Μπόνερ, Σουζάνε Λίνκε είναι οι άλλοι), και περισσότερο η ίδια. Ο κροκόδειλος, ήταν ένα σκηνικό αντικείμενο σε φυσικό μέγεθος, στο έργο της «Ο θρύλος του έρωτα» του 1979.
Όπως φαίνεται απ’ την έκθεση, από το 1945 μέχρι σήμερα φιλοξενήθηκαν στη Γερμανία οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο (Ζώρζ Μπαλανσίν, Μωρίς Μπεζάρ, Χανς βαν Μάνεν, Ρολάν Πετί, Γκλέν Τέτλευ, Χοσέ Λιμόν κ.ά.), που δίδαξαν και χορογράφησαν για τα συγκροτήματα της χώρας, αλλά και ομάδες όπως τα Μπαλέτα Μπολσόι, τα Μπαλέτα του Μαρκήσιου ντε Κουέβας κ.ά.. Δημιουργήθηκαν κι εκεί όλα τα στυλ που κατά καιρούς κυριάρχησαν στη διεθνή σκηνή (π.χ. νεοκλασικισμός), ενώ άλλα, όπως το Χοροθέατρο, υπήρξε Γερμανική «ανακάλυψη». Οι τελευταίες τρεις δεκαετίες υπήρξαν εποχές ανανέωσης και πειραματισμού: από τον Τζων Νωυμάιερ (Αμβούργο), τον Τζών Κράνκο (Στουτγάρδη), την Πίνα Μπάους (Βούπερταλ), ο χορός έφθασε στον Γουίλιαμ Φορσάιθ (Φρανκφούρτη) και τη Σάσα Βάλτς (Schaubuehne am Lehniner Platz), για να αναφέρουμε μερικούς μόνο από όσους είναι συνδεδεμένοι με θέατρα και οργανισμούς, αλλά και ανεξάρτητους καλλιτέχνες όπως οι Τόμας Πλίσκε, Ξαβιέ Λε Ρουά, Ρούι Όρτα, Κωνστάντσα Μάκρας, Φέλιξ Ρούκερτ, Τόμας Λέμεν, Χενριέττα Χορν κ.ά.

Πιο σημαντικό στοιχείο της έκθεσης, εκτός από την πληρότητα στην ανασύσταση μιας ολόκληρης εποχής, είναι τα ερωτήματα που θέτει, και αφορούν όχι μόνο πρόσωπα και αισθητικές αναζητήσεις, αλλά την ίδια την έννοια της Ιστορίας και της ιστορίας της τέχνης ειδικότερα. Η έκθεση «Κροκόδειλοι στη Λίμνη των Κύκνων» ανατρέπει τις βεβαιότητες, και δείχνει το δρόμο προς μια θεώρηση της ιστορίας της τέχνης, που τη θέλει να αποτελείται από μύθους, σχετικές και όχι απόλυτες «αξίες» και μια ενδογενή ανάγκη αναθεώρησης.

ΤΟ ΒΗΜΑ, 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: