ΞΕΝΑ ΜΟΡΦΩΤΙΚΑ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Τον καιρό που τα Ελληνόπουλα μάθαιναν στο σχολείο για τον «Κωστάκη και την Ελενίτσα» και για το «συμπεπυκνωμένο γάλα» που άφηνε έξω από τις πόρτες ο Ερυθρός Σταυρός μαζί με ρούχα και «υποδήματα», που το ραδιόφωνο –στα ίδια σχολικά αναγνωστικά- αναφερόταν ως αξιοπερίεργο και «μέγα θαύμα», και ανά την περιφέρεια επιφανείς αστές επιζητούσαν την διάσωση μιας εξιδανικευμένης προπολεμικής Ελλάδας φωτογραφιζόμενες με νεαρές με εθνικές φορεσιές, η ιδέα του ταξιδιού ή –πολύ περισσότερο- της σπουδής σε κάποιο ευρωπαικό Πανεπιστήμιο φάνταζε περισσότερο από άπιαστο όνειρο για την πλειονότητα των νεαρών Ελλήνων.
Σε μια Ευρώπη, εντελώς διαφορετική απ’ ότι είναι σήμερα, με την εμπειρία των πολέμων και των ολοκληρωτικών καθεστώτων, και σε χώρες όπως η Ελλάδα, οριστικά στη σφαίρα επιρροής της Δύσης, την επανεκπαίδευση απέναντι στο έλλειμα δημοκρατικών θεσμών αλλά και της πολιτιστικής αναδιοργάνωσης ανέλαβαν να βοηθήσουν οργανισμοί –δηλαδή μορφωτικά Ινστιτούτα όπως το Βρετανικό Συμβούλιο, το Ινστιτούτο Γκαίτε, το Γαλλικό Ινστιτούτο κλπ.- που ιδρύθηκαν πριν (Αγγλία, Γαλλία) ή μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Γερμανία). Δραστήρια και δημοφιλή στους Έλληνες, σημεία αναφοράς πολλών γενεών για τις εκδηλώσεις τους, τη στήριξη στην πορεία των νεότερων γενεών Ελλήνων καλλιτεχνών, την παρουσίαση καλλιτεχνικών ρευμάτων, αλλά και επιστημονικών θεμάτων, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε μια φάση αναδιοργάνωσης της στρατηγικής τους, καθώς ο γεωπολιτικός χάρτης της Ευρώπης αλλά και της Ασίας και της Μέσης Ανατολής έχει αλλάξει δραστικά τα τελευταία χρόνια. Η αναπροσαρμογή κρύβει ενδεχομένως κάποιες εκπλήξεις για τους Έλληνες εταίρους, αλλά και χρήσιμα μαθήματα στρατηγικής και ορθολογικής διαχείρισης ενός «προιόντος» απέναντι στο οποίο η χώρα μας υπήρξε ανέκαθεν ακραία συναισθηματική, ανοργάνωτη, και σε θεσμικό επίπεδο από ανακόλουθη έως αδιάφορη, και το οποίο δεν είναι άλλο από την προώθηση της πολιτιστικής και καλλιτεχνικής παραγωγής.
Σε μια εποχή που οι οικονομικοί πόροι αρχίζουν να εκλείπουν, η μετακίνηση προς νέες αγορές, αποτελεί τον χρυσό κανόνα της επιβίωσης (και) για τα ξένα μορφωτικά Ινστιτούτα: έτσι οι «υπερώριμες αγορές», όπως η Ελλάδα, εγκαταλείπονται, και τα «προιόντα» που έχουν προς διάθεση τα μορφωτικά ινστιτούτα (εκπαίδευση, προβολή και προώθηση ενός ισχυρού πολιτισμικού μοντέλου και πολιτιστικές συνεργασίες), αλλάζουν κι αυτά «συσκευασία» προκειμένου να επιβιώσουν για περισσότερο χρόνο στην καινούργια, ανταγωνιστική αγορά. Η αποδοτικότητα και τα οικονομικά των ινστιτούτων εκτιμώνται όπως οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης, οπότε η επέκταση και αναζήτηση «νέων γαιών» -που θυμίζει την πανάρχαια μετακίνηση των ανθρώπων προς ευφορότερα εδάφη σε εποχές παγετώνων ή ξηρασίας- είναι μια απολύτως ορθολογική επιχείρηση. Προβλέπεται δε να ταρακουνήσει χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία λόγω ιστορικής συγκυρίας και γεωγραφικής θέσης απόλαυσε σημαντικών προνομίων μέχρι πρόσφατα, πράγμα που πρακτικά σημαίνει ότι μετά από 50 χρόνια διαρκούς παρέμβασης και βοήθειας στην πολιτιστική διαχείριση της χώρας, οι γηγενείς φορείς -και τα άτομα- θα πρέπει να έχουν ενσωματώσει στην πρακτική τους όσα θα τους βοηθήσουν να σταθούν πλέον μόνοι τους. Ακόμη χειρότερα, απαιτείται, εκτός από το know how, να έχουν αποκτήσει έναν τρόπο σκέψης που θα τους επιτρέψει να διευκολύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα των μορφωτικών ινστιτούτων στην καινούργια συγκυρία, και να έχουν αντιληφθεί τους νέους κανόνες που δεν επιτρέπουν στενόμυαλους εθνικισμούς, υπερήφανη και ανεξάρτητη εθνική πολιτική που κοιτάζει με τάσεις απομονωτισμού και καχυποψία τους γείτονες.
«Όλες οι νοοτροπίες στην Ευρώπη και τον κόσμο γενικά πρέπει να αλλάξουν, γιατί τα γεγονότα πάνε πολύ γρήγορα, ενώ οι νοοτροπίες αλλάζουν πολύ αργά. Ιδίως εδώ στα Βαλκάνια, η κατάσταση είναι πολύ σημαντική για το μέλλον. Π.χ. τώρα πρόσφατα το «Θερβάντες» έχει καινούργια κέντρα στην Τουρκία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, στη Σερβία, και υπάρχουν ακόμη ελλείψεις σ’ αυτές τις χώρες. Η Ελλάδα που βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι πολύ σημαντικό μπορεί να έχει ένα ρόλο πολύ σημαντικό! Μερικές φορές υπάρχουν μερικές παράξενες αντιδράσεις σε θέματα συνεργασίας, ενώ χρειάζεται πραγματικά μια καινούργια νοοτροπία, στην Ελλάδα και σ’ όλους τους γείτονες. Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Πρέπει να είναι πιο ανοιχτοί, πρέπει να κάνουμε συνεργασίες, και όχι να περιμένουμε. Θέλουμε να ανοίξουμε κέντρα Ισπανικών σ’ όλη την περιοχή και βεβαίως και στην Κύπρο, όπου υπάρχει μεγάλη ζήτηση και στις δύο κοινότητες, την ελληνική και την τουρκική. Το πρόβλημα το οποίο καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, είναι τοπικό! Εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με κανέναν και το έχουμε κάνει πολύ σαφές. Η Κύπρος είναι μια χώρα όπου υπάρχουν μία, δύο, τρεις κοινότητες. Δεν βλέπω το πρόβλημα και δεν μας ενδιαφέρουν οι τοπικές ιδιαιτερότητες. Είμαι απολύτως σίγουρος ότι το μέλλον είναι προς τα εκεί, στο να είμαστε πιο ανοιχτοί. Οι καθυστερήσεις, ντόπιες, τοπικές, είναι προσωρινές», λέει ο κ. Πέντρο Μπάντενας, ελληνιστής (ειδικός σε θέματα Βυζαντινού και μετα-Βυζαντινού πολιτισμού), και διευθυντής του Ινστιτούτου Θερβάντες στην Αθήνα. Και «η Γερμανία έχει να διδάξει όσον αφορά στις συνεργασίες σε διεθνές επίπεδο μερικά πράγματα, όπως ευέλικτες δομές. Αν πάρει κανείς την ομάδα της Πίνα Μπάους, για παράδειγμα, θα δει ότι έχει καλλιτέχνες από 15 ή 16 διαφορετικές χώρες. Ίσως κάτι τέτοιο να μην είναι δυνατόν να συμβεί στην Ελλάδα, και αν όντως δεν θα μπορούσε να συμβεί, είναι καιρός να αρχίσει! Πρέπει να υπάρξουν υποτροφίες, να δοθεί η δυνατότητα να προσκληθούν άνθρωποι από το εξωτερικό να δουλέψουν εδώ σε κοινά προγράμματα, να υπάρξουν συνεργασίες και συμπαραγωγές σε όλα τα πεδία: θέατρο, χορό, εκθέσεις...Σήμερα δεν μπορεί κανείς να κάνει τα πάντα μόνος του, ούτε και να λέει ότι δεν χρειάζονται οι χορηγίες. Αυτό είναι μια άποψη του 19ου αιώνα!», σύμφωνα με τον κ. Χόρστ Νταινβάλλνερ, διευθυντή του Ινστιτούτου Γκαίτε και υπεύθυνου για τα ινστιτούτα Γκαίτε στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης (που περιλαμβάνει την Ελλάδα, τα κράτη της Βαλκανικής, την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή).
Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα προβλήματα που συναντά όποιος προσπαθεί να συνεργαστεί με φορείς στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε χώρες όπως η Ολλανδία, «οι άνθρωποι προσπαθούν να οργανώσουν κάτι μήνες νωρίτερα, ενώ στην Ελλάδα ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή», εξηγεί η κ. Μάρθα Τριανταφύλλου, υπεύθυνη του τμήματος Μορφωτικών Υποθέσεων της Ολλανδικής Πρεσβείας, «μέχρι λίγες εβδομάδες πριν το γεγονός δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη εικόνα κι αυτό καμμιά φορά, επειδή είμαι στη μέση με φέρνει σε δύσκολη θέση. Κατανοώ και τις δύο πλευρές, αλλά αυτό δεν κάνει τη δουλειά μου ευκολότερη, μάλλον το αντίθετο...» Και ο υπεύθυνος καλλιτεχνικού προγραμματισμού του Ινστιτούτου Γκαίτε κ. Ρούντιγκερ Μπολτς περιγράφει με παρόμοιο τρόπο την κατάσταση: «Πολλά πράγματα δεν με εκπλήσσουν πια. Είναι η δεύτερη θητεία μου στην Ελλάδα, είμαι 20 χρόνια παντρεμένος με Ελληνίδα, και αυτά είναι μέρος της καθημερινότητάς μου. Οι διαφορές είναι γνωστές: στην Ευρώπη δουλεύουν με μακροπρόθεσμο στόχο, ενώ εδώ τα πράγματα γίνονται, δεν θα ήθελα να χρησιμοποιήσω τον όρο «την τελευταία στιγμή», αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα, ας πούμε πιο αυθόρμητα». Ως συνήθως, «ό,τι έχει να κάνει με την κρατική μηχανή, μου δημιουργεί πρόβλημα από άποψη χρονικού προγραμματισμού», δηλώνει και η υπεύθυνη των Προγραμμάτων του Βρετανικού Συμβουλίου, κ. Ισιδώρα Παπαδρακάκη, και συνεχίζει: «Εμείς εστιάζουμε με βάση το βρετανικό οικονομικό έτος, έχουμε κάνει το πρόγραμμά μας για τα επόμενα δύο χρόνια, και οι Έλληνες βρίσκονται αλλού! Πρέπει να ισορροπούμε μεταξύ του τι περιμένουν και οι Βρετανοί, και να εξηγούμε ότι στην Ελλάδα τα δεδομένα, ή μάλλον ο χρονικός προγραμματισμός είναι διαφορετικός. Είναι ο πολιτισμός μας έτσι, και ίσως στα δημιουργικά πράγματα να χρειάζεται και το στοιχείο της τύχης!» Για τον κ. Αλαίν Φορ, Σύμβουλο Μορφωτικών Υποθέσεων της Γαλλικής πρεσβείας και διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου, ένα άλλο βασικό πρόβλημα είναι ότι «η Ελλάδα δεν προωθεί αρκετά τον εαυτό της στο εξωτερικό». Πιστεύει ότι «θα άξιζε να προωθείται περισσότερο η χώρα ειδικά στον τομέα του πολιτισμού, και είναι κρίμα, για τους περισσότερους Γάλλους η Ελλάδα να παραμένει αυτή της αρχαιότητας. Θα έπρεπε να γνωρίζουν περισσότερα στη χώρα μου για την Ελλάδα του σήμερα». Κι αν έπρεπε να μιλήσει «για κάτι αρνητικό στην ελληνική κοινωνία σήμερα, παρόλο που ως Γάλλος δεν αισθάνθηκα κάποιες κακές πλευρές της, είναι κάτι που είχα συναντήσει παλιότερα και στο Μεξικό: ο νεοπλουτισμός και η επίδειξη. Αυτό συμβαίνει σε πολλές χώρες, και δίνει έναν τόνο τεχνητό και επιπόλαιο στην κοινωνία». Είναι «απογοητευτικό μερικές φορές, ότι από τα 4.000.000 κατοίκους της Αθήνας, μόνο 45.000 ασχολούνται με τον πολιτισμό με κάποιο τρόπο, ποσοστό πολύ χαμηλό σε σχέση με άλλες Ευρωπαικές πρωτεύουσες. Επίσης, το γεγονός ότι η προώθηση του πολιτισμού είναι στα ίδια χέρια για χρόνια ολόκληρα! Στα εφτά χρόνια που εργάζομαι εδώ, διαπίστωσα ότι οι νέοι άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ, και συχνά παραιτούνται ή φεύγουν στο εξωτερικό. Η αίσθησή μου επίσης είναι ότι οι νέοι με το σύστημα ανταλλαγών ταξιδεύουν, αλλά στην επάνοδό τους δυσκολεύονται να βάλουν σε πράξη τα νέα πράγματα», λέει ο κ. Νταινβάλλνερ του Ινστιτούτου Γκαίτε, για να συνεχίσει: «Αν πάει κανείς στο Βελιγράδι, για παράδειγμα, θα δει ότι οι παραστάσεις είναι κυρίως ανθρώπων που έχουν φέρει νέες ιδέες και επιρροές και συνεργάζονται με τους ντόπιους. Έτσι έρχονται οι ιδέες μέσα στην κοινωνία και γεννιέται το καινούργιο!».
Οι Έλληνες ενημερώνονται, ταξιδεύουν, οι υπεύθυνοι κάποιων τομέων γνωρίζουν όσα αφορούν την τέχνη τους και όσα συμβαίνουν στο εξωτερικό, παρ’ όλα αυτά όμως, και ενώ τα μορφωτικά Ινστιτούτα επιθυμούν σφόδρα να πάψουν να αποτελούν «γραφεία μετάκλησης καλλιτεχνών διότι αυτό γίνεται πλέον και από μόνο του» σύμφωνα με τον κ. Μπολτς και την κ. Παπαδρακάκη, εξακολουθούν να καταφεύγουν (ή μήπως να συνωστίζονται;), με άπειρα αιτήματα στα διάφορα Ινστιτούτα. Οι ελλείψεις στην οργάνωση, στις χορηγίες, η ενδελεχής τάση προς τις πελατειακές σχέσεις και τον Μεσογειακό προστατευτισμό δημιουργούν «υπερφόρτωση» του συστήματος. Η κ. Φανύ Ωμπέρ-Μαλορύ, Μορφωτική ακόλουθος της Γαλλικής Πρεσβείας και υπεύθυνη του πολιτιστικού τομέα του Γαλλικού Ινστιτούτου, το θέτει ευγενικά: «οι Έλληνες εταίροι μας είναι απαιτητικοί γιατί θέλουν να κάνουν πολλά πράγματα, κι εμείς δεν έχουμε τον τρόπο, φυσικά, να πραγματοποιήσουμε όλα τα σχέδια και τις προτάσεις. Θα έλεγα ότι έχουν υπερβολικά μεγάλη όρεξη, και αντί να προσπαθήσουν για ένα-δύο κύρια πράγματα, που προσωπικά προτιμώ ως τακτική, το να βάζω δηλαδή προτεραιότητες, εκείνοι θέλουν τα πάντα, συνέχεια! Λυπάμαι όταν τόσο συχνά χρειάζεται να πω, όχι, δεν γίνεται». Οι Έλληνες περιμένουν «χρήματα, χορηγίες. Και πάντα λέω ότι κι εμείς χορηγούς ψάχνουμε», λέει η κ. Παπαδρακάκη, και συνεχίζει: «το άλλο που περιμένουν από εμάς και θέλω κι εγώ να δω να αναπτύσσεται στο μέλλον, είναι η προβολή των Ελλήνων στο εξωτερικό, εν προκειμένω στην Αγγλία». «Ξέρουμε καλά ότι συνεργασία σημαίνει και αμοιβαιότητα», επισημαίνει και ο Κ. Αλαιν Φορ: «και προσπαθούμε να βοηθήσουμε την Ελλάδα να προωθηθείς τη Γαλλία. Στενοχωριέμαι σε περιπτώσεις όπως όταν ο Άγγελος Δεληβοριάς μου είπε ότι το κέντρο Πομπιντού αρνήθηκε να φιλοξενήσει έκθεση του Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Αυτό είναι κακό για τη συνεργασία και την εικόνα μας».
Ποιοί είναι όμως οι στόχοι της νέας αγοράς και της νέας εποχής των μορφωτικών Ινστιτούτων; Καταρχήν, λέει ο κ. Μαουρίτσιο Ντεσσάλβι, διευθύνων του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου, «η Ελλάδα καταλαμβάνει ένα σημαντικό μέρος και στην καινούργια «αγορά», που της αξίζει τόσο για τον ιστορικό της ρόλο στον πολιτισμό, όσο και για τη φιλία με την οποία περιβάλλει η μια χώρα την άλλη (σ.σ. Ιταλία), και όπως προκύπτει από την κοινή τους θέσης στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου». Βασικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι η επαναδιατύπωση των στόχων, αλλά και η γεωγραφική ανακατανομή των δραστηριοτήτων και ο καθορισμός «περιοχών» ή «περιφερειών» (regions). Η Ελλάδα ανήκει στην νοτιοααντολική Ευρώπη, και σκοπός –προς το συμφέρον όλων- είναι να μπορέσει, με όλες τις οικονομικές αναπροσαρμογές να συνεχίσει να παίζει ένα σημαντικό ρόλο ως εταίρος και «επιχειρησιακό κέντρο». Η ανεξαρτητοποίηση από το παρελθόν και η εξασφάλιση της συμμετοχής της σε νέα προγράμματα και νέες μορφές συνεργασίας, μπορούν να δώσουν ευκαρίες για ουσιαστική συμμετοχή. Όλα εξαρτώνται από το ξύπνημα και τη διάθεση των γιγάντων της γραφειοκρατίας, της αναποτελεσματικότητας, της χρόνιας αναβλητικότητας.
Το 2004 μια ανεξάρτητη επιτροπή υπό τον Λόρδο Κάρτερ, εκπόνησε μια μελέτη το αποτέλεσμα της οποίας δόθηκε κατόπιν στα Υπουργεία Εξωτερικών και Οικονομικών που την είχαν ζητήσει. Τίτλος: «Έκθεση περί της Δημόσιας Διπλωματίας». Σκοπός της μελέτης, ήταν να διερευνηθεί «η αποτελεσματικότητα των υπαρχουσών δραστηριοτήτων της δημόσιας διπλωματίας, καθώς και αν έχει συντελεστεί πρόοδος από την προηγούμενη έκθεση Γουίλτον, του 2002». Στην έκθεση καταδεικνύεται ότι η Μεγάλη Βρετανία κερδίζει από τη δράση φορέων όπως το BBC World Service και το Βρετανικό Συμβούλιο. Το Βρετανικό Συμβούλιο πρόσφερε και τον πιο πλήρη ορισμό της δημόσιας διπλωματίας: «το έργο που σκοπό έχει τη διάδραση και τη δημιουργία σχέσεων με άτομα και οργανισμούς εκτός Μεγάλης Βρετανίας με σκοπό την καλυτέρευση της άποψης για, και την ενδυνάμωση των σχέσεων με, την Μεγάλη Βρετανία» (Έκθεση Κάρτερ, σελ. 8). Η επιτροπή έκρινε ότι ένας πιο πλήρης ορισμός θα μπορούσε να εγγυηθεί για μεγαλύτερο εύρος πράξεων, και επομένως για «μεγαλύτερη αυτονομία στο επίπεδο των αναγκών της καθημερινής λειτουργίας του Βρετανικού Συμβουλίου». Αυτό που προστέθηκε είναι: «κατά τρόπο συνεπή προς τους στόχους και τα μέσα της κυβέρνησης». Οι γεωγραφικές προτεραιότητες σύμφωνα με την έκθεση, είναι «μεγάλες χώρες σε μεταβατικό στάδιο, (π.χ. Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Βραζιλία, Ν. Αφρική), Χώρες-προσεχή μέλη της Ε.Ε. στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, Ισλαμικές χώρες-κλειδιά, (π.χ. Αίγυπτος, Σ. Αραβία, Ιράν, Πακιστάν, Ινδονησία), μεγάλες αναπτυγμένες χώρες (π.χ. Ιαπωνία, Γαλλία, Γερμανία) και οι ΗΠΑ (διαφορετική κατηγορία από τις άλλες αναπτυγμένες χώρες)». Χάρη και στο Βρετανικό Συμβούλιο, η προπολεμική εικόνα της Βρετανίας ως ιμπεριαλιστικής, αποικιοκρατικής δύναμης που χειραγωγεί, παραμερίστηκε σε μεγάλο βαθμό. Η καινούργια στρατηγική αναμένεται ακόμη περισσότερο να φανεί ως: «δύναμη εκσυγχρονισμού, προστάτις της διαφορετικότητας, δημιουργική, επιτυχημένη, με ανοιχτούς και ζωντανούς ανθρώπους, προκειμένου να προσελκύσει επισκέπτες, φοιτητές, επενδύσεις και ταλέντα» (Έκθεση Κάρτερ, σελ. 64). Η Γαλλία δεν μένει αμέτοχη, αλλά προσπαθεί να δημιουργήσει κι εκείνη ένα «Βρετανικό Συμβούλιο α λα Γαλλικά», να κάνει την παρουσία της στο εξωτερικό «πιο ορατή, πιο συνεπή και πιο αποτελεσματική» και να ενδυναμώσει τους δεσμούς της» με άλλες χώρες, («Le Figaro», 15/5/06), κερδίζοντας το χαμένο έδαφος των προηγούμενων χρόνων, «στη διάρκεια των οποίων έχασε πολλή από την αίγλη και τη γοητεία της στη εξωτερικό». Αιχμή του δόρατος η «Γαλλοφωνία» που ξεκίνησε πριν δύο χρόνια, και στην οποία συμμετέχει και η Ελλάδα, υπάρχει μάλιστα η προοπτική «να γίνει πλήρες μέλος στην επόμενη συνάντηση στο Βουκουρέστι. Η ελληνική κυβέρνηση θέλει να γίνει η χώρα πλήρες μέλος», σύμφωνα με τον κ. Αλαίν Φορ. Επιπλέον, «στόχος μας είναι να πείσουμε την ελληνική νεολαία ότι ο σύνδεσμος με τη Γαλλία αξίζει τον κόπο και είναι καλός». Δηλώσεις που στηρίζει και ο πρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα, κ. Μπρούνο Ντελαί, σε συνέντευξή του στην τηλεόραση της Μυτιλήνης, μετά τη φιλελληνική του δήλωση ότι «η Μυτιλήνη κάνει τους Γάλλους να ονειρεύονται». Λέει λοιπόν: «μαθαίνοντας Γαλλικά έχει κανείς πρόσβαση στα μεγαλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου στη Γαλλία, τον Καναδά, την Ελβετία, το Βέλγιο...Κάποιος που μαθαίνει Γαλλικά μπαίνει σ’ ένα κλαμπ της ελίτ. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Τα γαλλικά είναι η γλώσσα της οικονομικής, κοινωνικής και διπλωματικής ελίτ».
Στην παρούσα συγκυρία η πολυγλωσσία είναι ο νέος στόχος. Δηλαδή η εκμάθηση στα σχολεία υποχρεωτικά μια δεύτερη γλώσσα επιλογής, γεγονός που κάνει την κατάσταση κρίσιμη στο επίπεδο του ανταγωνισμού. Οι στατιστικές φέρνουν τη Γαλλική και Γερμανική επιρροή ισόπαλες στη χώρα μας, με πρώτη γλώσσα τα Αγγλικά, ενώ από τον Σεπτέμβρη ο ολοένα και πιο δυναμικά εμφανιζόμενος «Ισπανικός παράγοντας», θα παρέμβει με πιλοτικά προγράμματα διδασκαλίας «των Ισπανικών σε πέντε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας», σύμφωνα με τον κ. Μπάντενας. Παρ’ όλα αυτά, πολλά μορφωτικά ινστιτούτα κλείνουν παραρτήματα ή δίνουν τα δικαιώματα των εξετάσεων σε τοπικούς φορείς, όπως έκανε το Βρετανικό Συμβούλιο. Παραρτήματα έκλεισε μαζικά στο παρελθόν και το Γαλλικό Ινστιτούτο χάνοντας μεγάλο μέρος της δύναμής του και της επιρροής στην Ελληνική κοινωνία, καθώς «η αντίδρασή της σ’ αυτήν πρακτική ήταν αρνητική. Με αυτή μας την ενέργεια οι Έλληνες κατάλαβαν ότι η Γαλλία εγκατέλειπε την Ελλάδα. Χάσαμε πολλούς φίλους μ’ αυτό τον τρόπο», παραδέχεται ο κ. Φορ. «Είχαμε 30.000 μαθητές τότε και τώρα έχουμε 1.000. Τώρα θέλουμε να κάνουμε πολλά στον τομέα των πανεπιστημίων και της εκπαίδευσης. Αυτή η συνεργασία είναι πολύ σημαντική, και μια μεγάλη πρόκληση. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 27-28 ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα, όλα Βρετανικά ή Αμερικανικά. Υπάρχουν 3-4 Γαλλικά, και θέλουμε να αναπτύξουμε την ιδέα των Γαλλόφωνων πανεπιστημίων, όχι των Γαλλικών. Γι’ αυτό το σκοπό συναντήσαμε την κ. Γιαννάκου μαζί με τον πρέσβη μας στην Αθήνα, και ελπίζω σε μερικά χρόνια να καταφέρουμε να υλοποιήσουμε αυτό το σχεδιασμό», καταλήγει.
Το ρόλο και τις επιταγές της δημόσιας διπλωματίας αρνείται το Ινστιτούτο Γκαίτε, που μετά τον πόλεμο έκανε σημαία του, όπως και η Γερμανική κοινωνία, την ανεκτικότητα, θέλοντας να ξεχάσει το παρελθόν και να πείσει για τις ειρηνικές της διαθέσεις την παγκόσμια κοινότητα. «Οι δημοσιογράφοι και πολλοί πολιτικοί είναι στο πλευρό μας αυτή τη στιγμή που η συζήτηση για το θέμα αυτό κορυφώνεται και στη Γερμανία. Η επιτυχία των Ινστιτούτων Γκαίτε με τον ανεξάρτητο τρόπο λειτουργίας τους, βοηθάει πολύ στο να βρούμε στήριξη. Ο πολιτισμός είναι ανατροπή, δεν είναι προπαγάνδα», λέει ο κ. Χόρστ Νταινβάλλνερ. Η αναδιαμόρφωση του χάρτη όμως και η διαίρεση σε «περιφέρειες», μαζί με τη μείωση των οικονομικών πόρων και την αναγκαστική ανακατανομή τους με την αυστηρή τήρηση προτεραιοτήτων, δημιουργεί συνθήκες ανησυχίας ακόμη και σε χώρες όπως η Γαλλία, για παράδειγμα, για το μέλλον των εργαζομένων, αλλά και της παραδοσιακής παρουσίας του Ινστιτούτου Γκαίτε στη χώρα αυτή. Σε άρθρο στην «Le Monde» (3/6/06), καλλιτέχνες όπως ο Γκύντερ Γκρας, φιλόσοφοι και ιστορικοί συνυπογράφουν κατά της απομάκρυνσης πόρων (όπως η βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου) σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης, καθώς το Ινστιτούτο ανακοίνωσε μείωση του περιεχομένου του στο κτίριο στο Παρίσι, από 35.000 αντικείμενα, σε 5.000, προκειμένου να «επωφεληθούν από αυτά άνθρωποι σε άλλες περιοχές όπου είναι πιο απαραίτητα», κατά την διευθύντρια του Ινστιτούτου Γκαίτε στο Παρίσι.
Τα μορφωτικά Ινστιτούτα συνεργάζονται μεταξύ τους σε διάφορα προγράμματα και αρνούνται τον άγονο ανταγωνισμό δίνοντας το καλό παράδειγμα, όμως στο καινούργιο πεδίο, τίθενται παρόμοιοι στόχοι με σκοπό την προσέλκυση «πελατείας»: πρώτα με τη διδασκαλία στο πλαίσιο της κρατικής εκπαίδευσης μιας γλώσσας ως δεύτερης –κι εδώ οι Ολλανδοί κερδίζουν διαρκώς έδαφος, γιατί όπως λέει η κ. Τριανταφύλλου, «τα προγράμματα στα Ολλανδικά πανεπιστήμια είναι στα Αγγλικά, επομένως ο παλιός δισταγμός σχετικά με την ανάγκη εκμάθησης της Ολλανδικής γλώσσας έχει ξεπεραστεί και έχουμε ένα αυξανόμενο κύμα Ελλήνων φοιτητών προς τα πανεπιστήμια της χώρας». Η Ιταλία παραμένει ως προτίμηση, και αναμένεται κατά τον κ. Ντεσσάλβι «αύξηση του αριθμού των σπουδαστών όταν σε λίγους μήνες θα επιστρέψουμε στο ιστορικό μας κτίριο της οδού Πατησίων που είχαμε αναγκαστεί να εγκαταλείψουμε λόγω επισκευών μετά τους σεισμούς του 1999». Ως λογική συνέπεια αναμένεται η αύξηση του αριθμού των φοιτητών σε κάθεμία από τις ανταγωνιζόμενες χώρες, μειώνοντας το ποσοστό των Ελλήνων που φοιτούν στα Βρετανικά πανεπιστήμια. «Υπάρχουν πάνω από 15.000 Έλληνες φοιτητές στη Βρετανία, τα Αγγλικά θα συνεχίσουν να είναι η πρώτη γλώσσα παγκόσμια, και έπειτα η Βρετανία προσφέρει εξειδίκευση σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, πράγμα που την κάνει μοναδική», λέει η κ. Παπαδρακάκη, «άρα δεν βλέπω λόγο ανησυχίας». Καλά εμφανίζονται και τα ποσοστά των Ελλήνων στα Γερμανικά πανεπιστήμια, αφήνοντας τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις χώρες των Λατινογενών γλωσσών, Γαλλία και Ισπανία, που η καθεμία έχει το δικό της πρόγραμμα «Γαλλοφωνίας» και «Ισπανοφωνίας», αντίστοιχα, δίνοντας πρόσβαση σε πολλές ακόμη χώρες. Τρίτος άξονας δράσης, οι συνεργασίες μεταξύ των χωρών –παλιότερων, ώριμων αγορών όπως π.χ. η Ελλάδα, και νέων όπως π.χ. η Βουλγαρία, η Σερβία κλπ. Στη χώρα μας ο ρόλος τείνει να γίνει συμβουλευτικός: «τις τελευταίες δεκαετίες τα ξένα μορφωτικά ινστιτούτα έχουν στην ουσία επιτύχει το στόχο να έρθουν πιο κοντά οι πολιτισμοί, και αυτό βεβαίως δεν σταματάει. Όμως επειδή δεν είμαστε το ίδιο απαραίτητοι όπως πριν, και κάποια πράγματα γίνονται αυτόματα, θα ασχοληθούμε με θέματα που αφορούν όλη την Ευρώπη, και πιο έντονα τα Βαλκάνια. Τις μετακλήσεις τις κάνουν πλέον μόνοι τους οι διάφοροι φορείς που έχουν τώρα περισσότερα χρήματα. Αυτό που μελλοντικά θα γίνεται», κατά τον κ. Ρούντιγκερ Μπολτς, είναι ότι «θα σχοληθούμε με θέματα που αφορούν στην ευρύτερη περιοχή. και ο ρόλος μας θα είναι περισσότερο ενός μεσολαβητή, κάποιου που διευκολύνει τις ανταλλαγές και την συνεργασία. Αυτό σημαίνει αλλαγή απόψεων και προοπτικής». Παρόμοια βλέπουν και άλλοι το μέλλον, ανάμεσά τους και η κ. Ισιδώρα Παπαδρακάκη: «σε κάποια χρόνια από τώρα τα μεγάλα ινστιτούτα θα αλλάξουν χαρακτήρα. Η Ελλάδα ανήκει στη νοτιοανατολική Ευρώπη μαζί με τις χώρες της Βαλκανικής, την Τουρκία, το Ισραήλ, την Κύπρο, ακόμη και χώρες όπως η Γεωργία και το Αζερμπαιτζάν. Εκεί υπάρχει μεγάλη ανάγκη και για τη διδασκαλία της γλώσσας, αντίθετα με την Ελλάδα. Τα χρήματα θα είναι λοιπόν λιγότερα, γι’ αυτό πρέπει να αναπτυχθεί έγκαιρα η πρακτική των χορηγιών, και ο ρόλος του Βρετανικού Συμβουλίου θα είναι πλέον αυτός του μεσολαβητή μεταξύ της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Και η συνεργασία με τους γείτονες είναι ένα σοβαρό θέμα στην Ελλάδα». Θα «εντατικοποιήσουμε την παρουσία μας στις χώρες που δεν είμαστε ακόμη παρόντες, κι αυτό θα επηρρεάσει λίγο την κατάσταση, καθώς θα μειώσουμε την παρουσία μας στην Ελλάδα, παρ’ όλο που είναι το κέντρο μας στην νοτιοανατολική Ευρώπη», λέει και ο κ. Νταινβάλλνερ.
Ξένοι που ζουν χρόνια στην Ελλάδα ασχολούμενοι με επιχειρήσεις, θέτουν μια άλλη πλευρά του ζητήματος, και χαρακτηρίζουν με πιο επώδυνο τρόπο και ίσως πιο αληθινό- τους κινδύνους που ενδημούν στην ελληνική κοινωνία και υπονομεύουν το μέλλον της στον νέο χάρτη δράσης και συνεργασίας. Ορίζουν λοιπόν ως μεγαλύτερους εχθρούς «το κόμπλεξ κατωτερότητας και ανωτερότητας –μόνιμα σε ανισορροπία- των Ελλήνων, που τους σπρώχνει πολλές φορές ακόμη και να ταπεινώνονται προκειμένου να πετύχουν κάτι, και που τους τυφλώνει σε σημείο να μην μπορούν να δουν ρεαλιστικά τις δυνατότητές τους, ούτε και αυτές των ξένων εταίρων τους, που κουβαλούν αντίστοιχα τα δικά τους κόμπλεξ...Υπάρχουν ακόμη Έλληνες που πηγαίνουν στους «ξένους» για να τους λύσουν τα προβλήματα, και επίσης η ελληνική κοινωνία –δυστυχώς- καταναλώνει αντί να δημιουργεί». Το πορτραίτο αυτό δεν ταιριάζει στη φιλελληνική ματιά που έχει θρέψει τις ψευδαισθήσεις των τελευταίων 150 χρόνων, φανερώνει όμως μια διάθεση εντιμότητας. Ο υπερπροστατευτισμός, η τεμπελιά και οι εθνικισμοί δεν φαίνεται να ταιριάζουν στο «κέντρο της νοτιοανατολικής Ευρώπης», ιδίως όταν εμποδίζουν την ανάπτυξη, την ελεύθερη δράση και τις επενδύσεις –απ’ όπου όλοι έχουν να κερδίσουν.
Πέρα από ψευτοθυμούς λοιπόν, πρέπει να δεχτούμε ότι είναι και δική μας ευθύνη να να αφήσουμε πίσω μας την εποχή του «Κωστάκη και της Ελενίτσας» με τα «πακέτα του Ερυθρού Σταυρού». Αυτό, μεταξύ όσων ήδη επισημάνθηκαν, σημαίνει ότι, χωρίς πατριωτικές εξάρσεις, απλά δεν θα πρέπει να χειροκροτήσουμε την επόμενη φορά που θα ακούσουμε κάποιον που έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δύο χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, να λέει με αφορμή κάποια εκδήλωση: «Agapitoi filoi, chairomai pou vriskomai apopse edo mazi sas, s’ afti tin oraia hora, m’ afto to yperoho koino, s’ afto ton katapliktiko neo horo, diamanti tis notionatolikis Evropis (sic). Thelo na sas po polla agapitoi filoi tis horas mou, gi’ afto tha synehiso stin glossa mou. Makari na mporousa na milisso stin diki sas glossa, tin glossa enos laou pou edose ta fota tou politismou stin ypoloipi (sic) Evropi. (Κυρίως, γιατί με γλωσσικούς όρους της δεκαετίας του ’50, αυτό ισοδυναμεί με επιστολή στην πατρίδα του ομιλούντος που λέει περίπου: «Ω! πόση σκόνη και ζέστη στο απομακρυσμένο ετούτο σημείον της αυτοκρατορίας! Και οι άνθρωποι ομιλούν έν πανάρχαιον γλωσσικόν ιδίωμα γεγονός γραφικόν και άξιον παρατηρήσεως. Υποφέρωμεν από τα κουνούπια και τας λακκούβας, αι ανασκαφαί εις τας Μυκήνας συνεχίζονται. Σας φιλώ»).
(δημοσίευση Το ΒΗΜΑ, Αύγουστος 2006)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου