-Δάφνη...-Μμμμ...
-Πάλι οδηγείς...
Πολλοί θα θυμόμαστε την «Δάφνη»-Τζακ Λέμον να γέρνει στον ώμο του καβαλιέρου της στο «Μερικοί το προτιμούν καυτό» και μετά να τον «οδηγεί» –ενάντια στους κανόνες των ζευγαρωτών χορών- στις φιγούρες που εκτελούν μαζί στον ήχο μιας Κουβανέζικης ορχήστρας. Το τάνγκο που ακολουθεί είναι ίσως από τα πιο διάσημα στην ιστορία του σινεμά. Πολλοί θα θυμόμαστε επίσης, τον εφιάλτη των οικογενειακών πάρτυ, που ήταν οι φίλοι «κάποιας ηλικίας» που κοίταζαν με μάτι φλογερό και ονειροπόλο τις ελεύθερες νεαρές υπάρξεις οι οποίες με τη σειρά τους κοίταζαν τις εξόδους διαφυγής. Στον κόσμο των κοινωνικών χορών (ballroom dancing, social dancing) η άρνηση ισοδυναμεί με «φτύσιμο» ή με «χυλόπιττα» και το σαβουάρ-βίβρ του πράγματος λέει ότι αν δεν πρόκειται για κάτι που προσβάλλει τη «ζωή και την αγνεία» –που λέει ο λόγος- του προσώπου, θα πρέπει να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και να δεχτεί να χορέψει έστω και για λίγο (η Σκάρλετ Ο’ Χάρα είχε κατάλογο που έφτανε στο πάτωμα, έτσι για να καίει καρδιές και να διατηρεί τους θαυμαστές της σε διψήφιο αριθμό). Και πάντως στην περίπτωση της άρνησης, οι δικαιολογίες θα πρέπει να είναι αληθοφανείς. Δηλαδή δεν λέμε ποτέ «ο γιατρός μου συνέστησε ακινησία, ένας Θεός ξέρει πώς τα κατάφερα και ήρθα», και με το που πλησιάζει ο επόμενος καβαλιέρος σηκωνόμαστε με μπρίο και φούρια, τον τραβάμε στην πίστα και ξανακαθόμαστε τρεις ώρες αργότερα...«Αν βρίσκεσαι κάπου που έχουν μαζευτεί άνθρωποι που ψάχνουν άλλα πράγματα, εκεί ναι, λες «όχι δεν χορεύω». Αλλιώς γιατί να αρνηθείς; Δεν πειράζει κι αν δεν είναι καλός ο παρτεναίρ, ένας χορός είναι θα τελειώσει», μου λέει η Α. Που μαθαίνει κοινωνικούς χορούς στο Πολιτιστικό του ΟΤΕ.
Οι προαναφερθέντες κύριοι «κάποιας ηλικίας» έχουν αδυναμία στους ζευγαρωτούς χορούς, διότι αφενός τους χόρευαν στην εποχή τους (μετά ήρθε το «σέικ» -έτσι ονομάζουν όλους τους χορούς που εκετελούνται χωρίς παρτεναίρ), και αφετέρου τους επιτρέπουν να ασκήσουν τις πατροπαράδοτες αξίες στο επίπεδο των συμβολισμών της κίνησης, δηλαδή να οδηγούν τη ντάμα τους, να είναι το «στήριγμά» της και να την επιδεικνύουν χωρίς φόβο διεκδίκησης. Διότι όπως άμα δώσεις παραγγελιά την εκτελείς για πάρτη σου (και θυμάστε τι έγινε με τις «Βεργούλες» τριάντα συναπτά έτη πριν), έτσι και με τους κοινωνικούς χορούς: τη ντάμα έτσι και την «καβατζώσει» κάποιος, ισχύει η εντολή «ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον σου» -για όσο διαρκεί ο χορός φυσικά...Εκτός κι αν στη διάρκεια του χορού, σημειωθεί εκατέρωθεν ενδιαφέρον «to know us better», οπότε το «carnet de bal», το μπλοκάκι που είχαν παλιότερα για να σημειώνονται οι χοροί και οι αντίστοιχες υποσχέσεις σε καβαλιέρους, κλείνει με τον εξής ένα και μοναδικό μέχρι το τέλος της βραδιάς.
Τώρα βέβαια, τη σημερινή εποχή, με το φεμινισμό, το μεταφεμινισμό και το ακόμη πιο προωθημένο στάδιο των «queer studies», γιατί μια γυναίκα να το ρίξει στο τσα-τσα, το μάμπο, το τάνγκο, τη σάμπα και τη ρούμπα όπου ακολουθεί με βλέμμα πλάνο τον παρτεναίρ; (Χώρια τα χασάπικα, ζειμπέκικα και χασαποσέρβικα που παραμένουν σταθερά στις προτιμήσεις του κοινού, ενίοτε μαζί με καμμιά «Καραγκούνα»...) Στο πολιτιστικό του ΟΤΕ –με πολύ ενθουσιώδεις μαθητές- μια ομάδα κυριών μου λέει πως «ο καλός παρτεναίρ αναδεικνύει τη ντάμα του, που και τίποτα να μην ξέρει, αν αυτός την οδηγεί σωστά, θα τα βγάλει πέρα. Είναι μεγάλο πράγμα ένας καλός παρτεναίρ». «Συχνά «οδηγούν» οι γυναίκες και γελάμε όταν το διορθώνουμε. Γίνονται και αστεία κάθε φορά που το λέμε. Άλλο η ζωή, άλλο ο χορός κυρίες μου, υπενθυμίζω στις μαθήτριές μου! Ας οδηγεί ο άνδρας στο χορό, δεν πειράζει», λέει η Νάνσυ Καψάλη, καθηγήτρια λάτιν και Ευρωπαικών χορών στη σχολή του Φωκά Ευαγγελινού.

Οι σχολές χορών λάτιν και Ευρωπαικών ξανάγιναν μόδα και η εκμάθηση αυτών των χορών επίσης, βγαίνοντας από το κλίμα καχυποψίας και το περιθώριο. «Στην εποχή μου», μου διηγείται η Ελένη από το πολιτιστικό του ΟΤΕ, που ήταν και καθηγήτρια γυμναστικής, «οι χοροί που προκαλούσαν σοκ, ήταν το σουίνγκ και το Αργεντίνικο τάνγκο. Όποια τα χόρευε τη θεωρούσαν ελευθερίων ηθών! Εμείς μαθαίναμε το τάνγκο σε μια σχολή στη Βερανζέρου που για τους «καθωσπρέπει» θεωρείτο άντρο της ακολασίας...Εμείς πηγαίναμε όλοι μαζί από τη Γυμναστική Ακαδημία εκεί για να μάθουμε. Αυτό πάλι ήταν σκάνδαλο αλλά δε μας ένοιαζε.»
Δεν είναι και τόσο μακρινές οι εποχές που οι σχολές κοινωνικών χορών δεν είχαν ούτε τα βασικά. Ο Στέφανος Χατζηγεωργίου ιδιοκτήτης και δάσκαλος στη σχολή «Quickstep» θυμάται ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια «ο καθένας άνοιγε μια σχολή όπως και όπου ήθελε, χωρίς έλεγχο, χωρίς προδιαγραφές. Ευτυχώς όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Υπάρχει καλύτερη εκπαίδευση και κάποιοι όροι τηρούνται πλέον υποχρεωτικά. Παλιά ούτε αποδυτήρια δεν είχαν μερικές σχολές, ούτε θέρμανση, ούτε σωστά πατώματα. Υπήρχε επίσης οικονομική εκμετάλλευση. Σήμερα χρειάζονται όσα είπα, κι ακόμη καθρέφτες, σωστός ήχος, ενημέρωση πάνω στη μουσική...Παλιά τρία χρόνια ακούγαμε την ίδια κασέτα! Άλλαξαν όμως και οι απαιτήσεις του κόσμου. Το Ίντερνετ βοηθάει πολύ γιατί ο κόσμος ενημερώνεται. Οι κακές σχολές κλείνουν. Ίσως να κρατιούνται μερικές στις μικρές γειτονιές ακόμη.»
Νοικοκυρές σε απόγνωση, δικηγόροι, μαθητές, δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, συνταξιούχοι και παιδιά, αποτελούν μέρος μια κοινότητας που δεν περιορίζει τις δραστηριότητές της μόνο στην Αθήνα: η Θεσσαλονίκη και η Κρήτη έχουν εξίσου καλό επίπεδο και ανεβαίνουν και άλλες πόλεις, γιατί πολλοί καλοί δάσκαλοι φεύγουν –λόγω ανταγωνισμού- για τις επαρχιακές πόλεις.
Στο εβδομαδιαίο πάρτυ στο «Gene Kelly Ballroom», η πίστα μέχρι τις έντεκα παρά τέταρτο μένει αδειανή και ο κόσμος είναι αραιός. Φοβάμαι ότι το πράγμα θα είναι φιάσκο. Σιγά-σιγά όμως η αίθουσα γεμίζει. Οι δάσκαλοι βοηθούν τους ντροπαλούς –και όχι μόνο- οι μαθητές ζητούν ευγενικά όσες δεν είναι «αγκαζέ», να ανέβουν στην πίστα. Παρατηρώ ότι διακρίσεις ηλικιών ή άλλες δεν γίνονται. Άλλωστε τέτοια περιστατικά δεν ενθαρρύνονται σε καμμία σχολή. Η Νένα, απόφοιτη της Κρατικής Σχολής Χορού που διδάσκει σε μια από τις 27 περίπου σχολές της αλυσίδας Τζην Κέλλυ που υπάρχουν στην Αθήνα, μου λέει ότι στην αίθουσα «υπάρχουν και» οι λεγόμενοι «εξωσχολικοί», δηλαδή άνθρωποι που δεν φοιτούν σε κάποια σχολή και που πλέον είναι λίγο-πολύ γνωστοί. Ανάμεσα στους «εξωσχολικούς» που έχουν έρθει σε μικρές παρέες του ίδιου φύλου ή με την παρτεναίρ τους, υπάρχουν κύριοι κάποιας ηλικίας που κάτω από το αυστηρό «πρωτόκολλο» που επιβάλλεται –αν θέλουν να συνεχίσουν να βρίσκονται στην αίθουσα και να μην αναγκαστούν να αποχωρήσουν- εξομολογούνται ότι έρχονται γιατί –να το πούμε ευγενικά- «το οφθαλμόλουτρο και ο αριθμός των νεαρών υπάρξεων που σκάει μύτη κάθε φορά, αξίζει το ξενύχτι». Ένας κοντός «εξωσχολικός» κύριος, ξεχωρίζει: το μαλλί του κάνει στα φώτα τις γνωστές ανταύγειες του χρωμοσαμπουάν που χρησιμοποιούν όσοι δεν το βάζουν κάτω στο θέμα της απόχρωσης του τριχωτού της κεφαλής και μετά τα δεύτερα –ήντα, και επιπλέον, προσπαθεί να μάθει χορό στην σωσία της Νίνας Γεωργαλά (πάλαι ποτέ Σταρ Ελλάς). Όταν η «σωσίας» ξεκουράζεται, όλες οι προτάσεις του στα «πέριξ» πέφτουν στο κενό. «Φαινόμενα ενοχλητικών δεν υπάρχουν. Αυτά γινόντουσαν παλιά, σε ορισμένες σχολές μόνο και από μεγάλους, ανθρώπους που ήταν πάνω από 50. Ήταν άνθρωποι μόνοι που πήγαιναν να βρουν παρέα», λέει ο Στέφανος Χατζηγεωργίου.
Η Χριστίνα, δικηγόρος, κάνει χορό. Πάει στο μάθημα μετά τη δουλειά. Δεν το λέει όμως ότι κάνει χορό, «γιατί τότε δε θα μπορώ να φεύγω την ώρα που θέλω από το γραφείο, και να κάνω το μάθημά μου. Το μάθημα χορού δεν θεωρείται επαρκής δικαιολογία για να φεύγω ακριβώς στην ώρα μου...» Ο Δημήτρης, χρηματιστής, μαθαίνει μαζί της, αλλά δεν το λέει στους φίλους του. «Οι απόψεις των ανθρώπων για το χορό, είναι «κάπως»». Ο Μιχάλης Γκούσης, ιδιοκτήτης και δάσκαλος της σχολής «Τζην Κέλλυ» στο Κολωνάκι, παρατηρεί ότι άτομα όλων των ηλικιών θέλουν να μάθουν κοινωνικούς χορούς: «Ο κόσμος πηγαίνει με τη μόδα. Βλέπει ταινίες και τρέχει να μάθει τους χορούς που βλέπει στις ταινίες. Πριν λίγα χρόνια η τρέλλα ήταν το μάμπο, άλλοτε, πιο παλιά, το quick-step. Άλλοι πάλι έρχονται για το γάμο τους. Κυρίως όμως έρχονται για να περάσουν καλά, για να μάθουν, για να χορέψουν και να εκτονωθούν με τη μουσική και το χορό. Κάποιοι έχουν ήδη κάποια μικρή εμπειρία από δημοτικούς χορούς ή ακόμη και από μπαλέτο που έκαναν μικροί. Κυρίως έχουν το απωθημένο να χορέψουν, και που δεν το έκαναν για χρόνια ολόκληρα λόγω οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων». Κάπως έτσι βλέπει τα πράγματα και η Νάνσυ Καψάλη: «οι μεγάλοι θέλουν απλά να ασχοληθούν με κάτι και μετά παθιάζονται. Κάποιοι έχουν αντικαταστήσει το γυμναστήριο με το χορό. Όλοι πάντως χαλαρώνουν και ξεφεύγουν απ’ τα προβλήματα και το άγχος. Με τη μουσική και το χορό ξεδίνουν. Αισθάνονται «αλλού». Συγκεντρώνονται πολύ για τα βήματα, και το μυαλό τους φεύγει από τα προβλήματα. Έπειτα είναι η διαδικασία, τα ρούχα, τα παπούτσια, η αίσθηση ότι αλλάζει στο σώμα τους... Έχω ανθρώπους που ήταν πολύ ντροπαλοί και δεν τολμούσαν να σηκωθούν να χορέψουν, αλλά που ξεπέρασαν το πρόβλημά τους με τον καιρό, και αυτό τους δίνει χαρά. Έχουν ανασφάλειες και γι’ αυτό δε σηκώνονται να χορέψουν οι άνθρωποι. Αισθάνονται ότι δεν είναι καλοί, ας πούμε. Τελικά αλλάζει η ζωή τους συνολικά θα έλεγα, διότι αποκτούν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και θεωρούν ότι αρέσουν περισσότερο στο άλλο φύλο. Έχω ζήσει περιπτώσεις γυναικών να έρχονται ντυμένες συντηρητικά, και μετά από ένα-δύο χρόνια, να γίνονται κοινωνικές, να αλλάζουν λίγο στυλ ντυσίματος, να αλλάζουν γενικά στυλ».
Τα πάρτυ των Σχολών εβδομαδιαία ή μηνιαία είναι ένας τρόπος να κάνουν πρακτική οι μαθητές και να εξοικειωθούν με τις συνθήκες «επιβίωσης» σ’ ένα κλαμπ. Εκεί εκτός από τους μαθητές της σχολής που το οργανώνει, εμφανίζονται και άτομα από άλλες σχολές που είναι καλοδεχούμενα. Έπειτα, ευκαιρία για πρακτική δίνουν τα πάρτυ που διοργανώνουν οι μαθητές στα σπίτια τους ή οι ετήσιες κοινωνικές εκδηλώσεις οργανισμών, οι παραστάσεις των σχολών στο τέλος του χρόνου και φυσικά τα μπουζούκια. Μερικές φορές υπάρχουν και προβλήματα: «έρχομαι και μαθαίνω μόνο για διασκέδαση. Οι άνδρες της ηλικίας μου δεν χορεύουν πια», λέει η Ειρήνη από το πολιτιστικό του ΟΤΕ, «κι ο άνδρας μου που χόρευε ένα τσα-τσα, πλέον δεν το χορεύει ούτε αυτό».
Δεν είναι μόνο τα λάτιν όμως που έχουν ξετρελλάνει τους Έλληνες από 8 έως 70 χρονών, όπως μαρτυρούν τα δεδομένα των σχολών. Είναι και το τάνγκο, που στη σχολή «Quickstep» έρχεται πρώτο στις προτιμήσεις. «Υπάρχουν μαγαζιά που τα λέμε ταγκερίες, μιλόνγκες, που είναι μόνο για τάνγκο. Οπότε πας, μόνος ή με παρτεναίρ, και χορεύεις. Ζητάς όποια κοπέλα είναι μόνη να χορέψεις και χορεύεις. Γι’ αυτό πάνε όλοι. Δεν παρεξηγείται όποιος το κάνει, επιβάλλεται, και βεβαίως υπάρχουν κανονισμοί: πόσους χορούς θα χορέψει κανείς, πώς θα ζητήσει από κάπα να χορέψει, κανόνες εμφάνισης κλπ. Όποιος θέλει λοιπόν, πάει, χορεύει και περνάει ωραία, ακόμη κι αν πάει μόνος», λέει ο Στέφανος Χατζηγεωργίου. «Τα μέρη αλλάζουν αλλά υπάρχει σταθερή ημέρα σε κάθε κλαμπ κάθε εβδομάδα για το τάνγκο, ώστε να το ξέρει ο κόσμος, και πάνε απ’ όλες τις σχολές. Αυτές είναι οι τανγκερίες. Δημιουργούν βραδιές εξάσκησης, και μετά, πιο αργά, μπαίνει η μουσική και χορεύουν. Όος μπορεί ο καθένας. Υπάρχει το Artower, το Palenque, το Aragosta, το Fuego, το Enjo de Cuba...Εμείς λέμε ότι υπάρχουν αυτά κι αυτά τα κλαμπ, και οι μαθητές κανονίζουν τις παρέες τους και πάνε», συμπληρώνει.
Μπορεί «οι μάγκες» να παριστάνουν στην αρχή ότι τα κουνήματα των λάτιν χορών δεν τους «βγαίνουν», «πως δεν ξέρουν πώς να τα κάνουν» και να κάθονται στην άκρη, ή να μην το λένε στους φίλους τους «γιατί τους κράζουν μερικές φορές» λέει η Νάνσυ Καψάλη, ή ο Νίκος, που προσπάθησε να το πει και συνάντησε ειρωνικά σχόλια «ακόμη κι από μια κοπέλα», όμως οι μεγαλύτεροι, (αυτοί που στα οικογειακά πάρτυ ήταν ο φόβος και ο τρόμος καθώς δεν παίρνουν κι από αντίρρηση και γυναικεία πρωτοβουλία), έχουν το θάρρος της γνώμης τους: «Φυσικά και το λέμε!» ανακράζουν ομαδικά οι μαθητές –μερικοί συνταξιούχοι- του πολιτιστικού του ΟΤΕ, και ο Γιώργος, ο μεγαλύτερος ίσως σε ηλικία εκεί, μου εξομολογείται: «Εγώ έχω γυρίσει όλες τις σχολές. Μου αρέσει ο χορός. Έχω πάει και σε σχολές των Δήμων, και οι δάσκαλοι εκεί δεν είναι καλοί. Και σε κάποιες σχολές υπάρχει οικονομική εκμετάλλευση. Ο χορός είναι σοβαρή υπόθεση όμως. Πιο εύκολα γίνεσαι γιατρός παρά καλός χορευτής.»
Κάπου εκεί οι κουβέντες και οι εικόνες μπερδεύονται: το μοτίβο του «Ζορμπά» -με ηλεκτρονικές παρεμβάσεις που ανάγουν το γνώριμο μοτίβο σε ιλιγγιώδεις ταχύτητες, το κοκκινωπό μαλλί του γηραιού κυρίου που χορεύει καταιδρωμένος κοιτάζοντας την παρτεναίρ του με ελπίδα (η μια ώρα χορού στην ηλικία του ισοδυναμούν με τριήμερο ρείβ-πάρτυ για τα δεκαπεντάχρονα), το ζειμπέκικο της «Ευδοκίας» χορογραφημένο και παιγμένο σε ντεσιμπέλ που θα την ωθούσαν να φάει το καθρεφτάκι της από νευρικότητα και μόνο, μαζί με τον ενθουσιώδη συνταξιούχο που σηκώνει το χέρι του για να συμμετάσχει με την παρτεναίρ του στη γιορτή του πολιτιστικού για το τέλος της «λάτιν» χρονιάς. Οι κυρίες που δεν θα λάβουν μέρος στη γιορτή, σχολιάζουν χαμηλόφωνα σε συμφωνία με τον αδυσώπητο νόμο των κοινωνικών χορών: «οι γυναίκες είναι εξαίρετες, αλλά πάσχουμε από άνδρες παρτεναίρ...»
To BHMA, Αύγουστος 2006
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου