Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2007

ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Το μοτίβο της «μαγεμένης» γυναίκας έρχεται από παλιά. Από τις τραγικές και ασεβείς ομάδες γυναικών της Θήβας που μην τιμώντας τον θεό Διόνυσο, δέχονται την τιμωρία της υπερβολής και της αγριότητας. Στα μέσα του 19ου αιώνα όμως, οι κοινωνικές συνθήκες, η θέση των γυναικών και ο χρόνος που έχει περάσει, υπαγορεύουν στους λιμπρετίστες της Λίμνης των Κύκνων μια άλλη ματιά στις «μαγεμένες», στις γυναίκες χωρίς όρια. Έτσι, μια κατάρα καταστρέφει και πάλι την ηρωίδα και τον περίγυρό της, χωρίς όμως μεγάλα φονικά και έξαλλες τελετές, καθώς αιώνες θεσμοποιημένης επίσημης χριστιανικής πίστης έχουν «αφοπλίσει» τις γυναίκες, και τους έχουν στερήσει τη συμμετοχή σε «ασεβείς» τελετουργίες.

Σε πολλά από τα λιμπρέτι των μπαλέτων του 19ου αιώνα λοιπόν, το Κακό, ένας Μάγος ή μια Μάγισσα των λαικών θρύλων, και το Καλό, η άσπιλη ηρωίδα, συγκρούονται. Πεδίο δράσης η καρδιά του αρσενικού ήρωα της ιστορίας, και καταλύτης στην λύση του δράματος, η προδοσία που στρεβλώνει το αίσθημα του έρωτα, καθιστώντας το καταστροφικό. Το τραγικό μοτίβο της άγνοιας εξακολουθεί να υπάρχει ως στοιχείο της μυθοπλασίας, παραλλαγμένο και ειδωμένο πλέον ως αποτέλεσμα πλεκτάνης, εξαπάτησης ή ψευδαίσθησης, καθώς ο ήρωας της ιστορίας, Ζίγκφριντ/Άλμπρεχτ ή όπως κι αν λέγεται, πέφτει θύμα οπτασιών και οφθαλμαπάτης που στήνει ο Μάγος/Κακό για να τον ξεγελάσει. Τον 19ο αιώνα, εποχή κατά την οποία οι ασυνήθιστες και ανεξήγητες ψυχικές και πνευματικές καταστάσεις του ανθρώπου, δηλαδή η τρέλλα και τα όνειρα κινούν το ενδιαφέρον των ποιητών και της επιστήμης, η «άγνοια» εξακολουθεί να οδηγεί στον θάνατο, όμως η τιμώρηση εκείνου που παρασυρμένος τον προκάλεσε, δεν είναι ποτέ μια θεαματική αυτοεξορία, ή μια εκτέλεση. Οι απαραίτητες εξηγήσεις δίνονται ανάμεσα στους προδομένους αγαπημένους, και το Καλό μέσα τους αναλαμβάνει να τους συμφιλιώσει. Το δίδαγμα και η λύτρωση έρχονται μετά τον άδικο και ξαφνικό θάνατο, απαρέγκλιτα της γυναίκας, που στην ιδανική της μορφή μοιάζει να είναι πολύ αδύναμης κράσης για να αντέξει την εγκατάλειψη.

Επιφανειακά ο μύθος μας οδηγεί στο συμπέρασμα της επιπολαιότητας και ευθύνης του ήρωα. Σε μια δεύτερη ανάγνωση όμως, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι έχουμε μια επανάληψη του χριστιανικού credo της γυναικείας ευθύνης κατά την Πτώση, η οποία πάντα θα (πρέπει να) εξαγνίζεται με κάποια θυσία. Η μαγεμένη ηρωίδα είναι αυτή που πυροδοτεί τις εσωτερικές συγκρούσεις του ήρωα που εξωτερικεύονται με την «αλαφροίσκιωτη» συμπεριφορά του. Στην Λίμνη των Κύκνων (έργο του κλασικού μπαλέτου-1877 πρώτη χορογραφία/1895 τελική μορφή) όπως και στην Κοππέλια (το τελευταίο ρομαντικό μπαλέτο-1870), έχουμε την πρώτη νύξη της «μοιραίας γυναίκας», που ανενδοίαστα καταστρέφει προκειμένου να πάρει αυτό που επιθυμεί, ή ίσως που τολμά να επιθυμήσει, τον άνδρα-κεντρικό χαρακτήρα του έργου. Για να το καταφέρει, τον ξεγελά, παίρνοντας την μορφή του Καλού/αγνής ηρωίδας. Το πανάρχαιο μοτίβο της μεταμφίεσης με σκοπό τη δοκιμασία, υπάρχει ήδη στη Βίβλο αλλά και σε άλλα αρχαία κείμενα. Στη Λίμνη των Κύκνων με τραγική κατάληξη, αλλά και στην Κοππέλια ως κωμικό εύρημα, η «μεταμφίεση» που οδηγεί στην εξαπάτηση, βοηθά να ταυτισθεί η γυναίκα με τον Πειρασμό και την απατηλά αθώα μορφή του. Η «Οντίλ-Μαύρος Κύκνος» (Λίμνη των Κύκνων) και η «Γυναίκα με τα μάτια από Σμάλτο-Κοππέλια» (Κοππέλια), η κούκλα χωρίς συναισθήματα που τραβάει τα ανδρικά βλέμματα, κλέβει τις καρδιές κι αιχμαλωτίζει την σεξουαλική επιθυμία, είναι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Είναι όψεις της γυναίκας που τον 19ο αιώνα έμμεσα στιγματίζονται, είναι επίσης αυτές που παραλλαγμένες, τελειοποιημένες, τον 20ό αιώνα, θα αποτελέσουν αντικείμενο λατρείας (Μετρόπολις, Λούλου, Γαλάζιος Άγγελος, Λίλλιθ κλπ.) Είναι η απαρχή της εμφάνισης των «κακών κοριτσιών» που αρκετά χρόνια αργότερα, η ποπ κουλτούρα στις ακρότητές της, θα λατρέψει μέσα στα όρια του χονδροειδούς ή ακόμη και του χυδαίου, ακούσια ως παραφθορά ή εκούσια ως στυλ.

Η Λίμνη των Κύκνων είναι μέχρι σήμερα ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του κλασικού μπαλέτου, ενώ έχει εμπνεύσει ακόμη και χορογράφους του σύγχρονου χορού, όπως ο Σουηδός Μάτς Έκ που χορογράφησε την δική του ψυχαναλυτική εκδοχή για το Μάτς Έκ/Κούλλμπεργκ Μπάλε τη δεκαετία του ’80. Κεντρικό στοιχείο γι’ αυτόν είναι η σχέση του Πρίγκιπα με την μητέρα του, ενώ για τον Άγγλο Μάθιου Μπέρν και τους Adventures in Motion Pictures, το έργο γίνεται αφορμή για μια εντυπωσιακή κριτική των ερώτων και των σκανδάλων της βασιλικής οικογένειας (1995-6). Όμως το μπαλέτο με το αρχετυπικό, συγκρουόμενο ζευγάρι γυναικείων μορφών, την λευκή καταστρεφόμενη Οντέτ και το alter ego της, την σκοτεινή καταστροφική Οντίλ (Δόκτωρ Τζέκυλ και Μίστερ Χάυντ;) δεν έγινε από την αρχή επιτυχία, κάθε άλλο μάλιστα.
Χορογραφημένη για τους χορευτές του θεάτρου Μπολσόι της Μόσχας το 1877 από τον Τζούλιους Ράισινγκερ, υπήρξε τεράστια αποτυχία, ενώ η μουσική του Τσαικόφσκι στην αρχική εκδοχή της χορογραφίας, θεωρήθηκε «συμφωνική και ακατάλληλη να χορευτεί». Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν άλλες δύο προσπάθειες, αποτυχημένες κι αυτές, να λειτουργήσει αυτό το μπαλέτο. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1894, στην Αγία Πετρούπολη, ο Μαριούς Πετιπά ανέθεσε στον βοηθό του Λέβ Ιβάνωφ, να ανεβάσει την δεύτερη πράξη, με σκοπό να την παρουσιάσει σ’ ένα πρόγραμμα προς τιμή του Πιότρ Ίλιτς Τσαικόφσκι, που είχε πεθάνει ένα χρόνο νωρίτερα. Το έργο είχε μεγάλη επιτυχία, κι έτσι ο Πετιπά, αποφάσισε να χορογραφήσει μαζί με τον Ιβάνωφ ολόκληρο το μπαλέτο, στη μορφή που το ξέρουμε μέχρι σήμερα, δηλαδή σε τέσσερεις πράξεις. Για να μπορέσει να το χορογραφήσει, πήρε από το μουσικό έργο όσο του χρειαζόταν, αφήνοντας κάποια μέρη αχρησιμοποίητα. Η εποχή ήταν τέτοια που μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο πολύ εύκολα, μια και ο Μαίτρ ντε Μπαλλέ ήταν εκείνος υπό τις διαταγές και την απόλυτη εξουσία του οποίου δούλευαν ο μουσικός και ο λιμπρετίστας. Από τον κανόνα λοιπόν, δεν ξέφυγε ούτε η μουσική του Τσαικόφσκυ. (Τις χαμένες παρτιτούρες του αρχικού έργου, χρησιμοποίησε ο Ζωρζ Μπαλανσίν, αξιοποιώντας το 1960 το «περίσσευμα μουσικής», για να συνθέσει το Tchaikovsky pas de Deux). Η πρώτη και η τρίτη πράξη της Λίμνης των Κύκνων είναι του Πετιπά, ενώ οι λεγόμενες «λευκές πράξεις», δηλαδή η δεύτερη και η τέταρτη, είναι του Ιβάνωφ. Ο Λεβ Ιβάνωφ που παρέμεινε στη σκιά του δασκάλου σ’ όλη του τη ζωή και πέθανε πάμφτωχος (1901), είναι εκείνος που χορογράφησε και τον Καρυοθραύστη, το δεύτερο πασίγνωστο και μεγάλο μπαλέτο τη μουσική του οποίου έγραψε ο Τσαικόφσκι. Στο έργο του, ξεχωρίζει η ιδιαίτερη προσέγγιση των μερών του corps de ballet, η πιο μαλακή και ευέλικτη προσέγγιση της κίνησης και του συγκινησιακού αποτελέσματός της σε σχέση με τη μουσική, που βρίσκεται σε αντίθεση με το πιο «σκληρό» και επίμονα εστιασμένο στη δεξιοτεχνία, αυστηρά οργανωμένο και λαμπερό ύφος του Πετιπά. Σταρ στην πρώτη επιτυχημένη παραγωγή της Λίμνης των Κύκνων (1895), ήταν η Ιταλίδα Πιερίνα Λενιάνι. Εκτέλεσε άψογα τα τριανταδύο fouettes του «Μαύρου Κύκνου», μια κίνηση που εκείνη είχε φέρει στη σκηνή λίγα χρόνια νωρίτερα, στη Σταχτοπούτα, χορογραφημένη επίσης από τον Πετιπά, Ballet Master του θεάτρου Μαρίνσκυ της Αγίας Πετρούπολης για σαρανταένα χρόνια (1862-1903). Μαθητής του «θεού του χορού» Ωγκύστ Βεστρίς, και αδελφός του χορευτή Λυσιέν Πετιπά, ο Μαριούς έκανε τη δική του ένδοξη καρριέρα, αλλάζοντας την πορεία του μπαλέτου. Τα έργα του είχαν ως κύρια χαρακτηριστικά τα θριαμβικά divertissements στα οποία μπλέκονταν και εθνικοί χοροί που έδιναν την απαραίτητη για τη διασκέδαση του κοινού πολυχρωμία στην παράσταση, και την ανάπτυξη της πλοκής γύρω από το pas de deux της μπαλαρίνας και του παρτεναίρ της. Αυτός ο τρόπος σύνθεσης του έργου θεωρείται πως έφθασε το υψηλότερο σημείο του στην Ωραία Κοιμωμένη, το τρίτο μπαλέτο σε μουσική του Τσαικόφσκι (1890). Ωστόσο σιγά-σιγά οι απαράλλακτες επαναλήψεις στη χορογράφηση των έργων του, έκαναν τον απαράβατο κανόνα σύνθεσης των μπαλέτων του Πετιπά να δείχνει παλιομοδίτικος και ανελαστικός. Καθώς τα χρόνια περνούσαν και ο αριθμός των έργων του πλήθαινε, τα χορευτικά επεισόδια αναπτύχθηκαν σε βάρος της πλοκής, η οποία συχνά ήταν αδύναμα συνδεδεμένα μεταξύ τους μέρη που εξυπηρετούσαν την επίδειξη δεξιοτεχνίας της μπαλαρίνας κυρίως. Ο καινούργιος 20ός αιώνας έφερε στο προσκήνιο καλλιτέχνες όπως ο Μισέλ Φοκίν που επαναστάτησαν στα δεδομένα του παρελθόντος και βάλθηκαν να ανανεώσουν το ύφος του μπαλέτου. Περισσότερο ρεαλισμό, μικρότερης διάρκειας θεάματα και περισσότερη ελευθερία αναζήτησαν τα ανήσυχα πνεύματα, αναγκάζοντας διακριτικά τον υπέργηρο Μαριούς Πετιπά (1818-1910), το 1903 να αποτραβηχτεί. Η Λίμνη των Κύκνων, παρουσιάστηκε στην Ευρώπη για πρώτη φορά ολόκληρη, το 1907, στην Πράγα. Το 1911 ανέβηκε στη Νέα Υόρκη, και στο Λονδίνο το 1934. Εδώ, το έργο παρουσιάζεται από τα Μπαλέτα Κίρωφ του Θεάτρου Μαρίνσκυ σε τρεις πράξεις και τέσσερις σκηνές, από την πρωτότυπη χορογραφία των Πετιπά και Ιβάνωφ.


November, 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια: