επαγγελματική τάξη των χορογράφων αυτό έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, όπερ σημαίνει ότι όλα θα μπορούσαν να συνεχίσουν –και το 2006- με δημοσιουπαλληλική αταραξία και ρουτίνα: ένα έργο το χρόνο-λίγες παραστάσεις-αίτηση-είσπραξη, και δώστου απ’ την αρχή. Το επίπεδο της χορευτικής δημιουργίας έπεσε τα τελευταία χρόνια παρά την κρατική βοήθεια και αυτό είναι φαινόμενο άξιο παρατήρησης από τους καθ’ ύλην αρμόδιους.
Επίσης, δεν δημιουργήθηκε κάποιους είδους δημιουργικός ανταγωνισμός για την προώθηση προσωπικών στυλ που θα έκαναν τον ελληνικό χορό «εξαγώγιμο προιόν», τονώθηκε όμως μια μεταπρατικού στυλ επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς πολλές ομάδες απόκτησαν τον δικό τους χώρο στο κέντρο της Αθήνας, σε σημείο που να αναρωτιέται πώς ιεραρχούνται τα πράγματα σ’ αυτή τη χώρα: η σπουδή που επιδεικνύεται για να στεγαστεί η βολεμένη καλλιτεχνική δραστηριότητα είναι μεγαλύτερη από αυτήν που επιδεικνύεται όσον αφορά στην ανανέωση του ύφους των ομάδων! Ο χρόνος που πέρασε έβγαλε ομάδες από το χρονοντούλαπο της χορευτικής ιστορίας διάφορες ξεχασμένες ομάδες προκαλώντας τρόμο για το μέλλον της τέχνης αυτής στην Ελλάδα. Ομάδες που

Πιο ξεκάθαρα είναι τα όρια ανάμεσα στο mainstream και την πιο πρωτοποριακή σκηνή στο εξωτερικό: υπάρχουν οι καθιερωμένοι και κάποιας ηλικίας καλλιτέχνες που συνεχίζουν, οι νεότεροι και οι «πρωτοεμφανιζόμενοι» με σαφή συναίσθηση του διαλόγου που δημιουργούν στην τέχνη. Παρά τις διαφορές στον προυπολογισμό, στα θέματα και στο κοινό, υπάρχουν κάποιες «θέσεις»/πρακτικές που αποτελούν συνείδηση παλιότερων και κυρίως, φυσικά, των νέων, και υπερβαίνουν -στην παρούσα φάση- τη σημασία μιας στυλιστικής αντιπαράθεσης: οι θέσεις αυτές, που με τη σιερά τους τροφοδοτούν το στυλ, αφορούν στην επένδυση σε σχέσεις με άλλες χώρες, στη σχέση με την Ευρώπη (που η Ελλάδα βλέπει πάντα με κόμπλεξ και καχυποψία), αλλά και στις νέες αγορές/πολιτισμούς, όπως για παράδειγμα των χωρών της Βαλτικής, της Ουγγαρίας, της Ρωσίας, της Τσεχίας, των Βαλκανίων κλπ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν Έλληνες που έχουν επίσης στραφεί προς τους γείτονες τουλάχιστον, μόνο που δεν είναι σε θέση να παίξουν κάποιο σημαντικό ρόλο καλλιτεχνικά, ώστε οποιαδήποτε παρέμβαση να τους φέρει σε «ηγετική» θέση στη γεωπολιτική και οικονομική συγκυρία. Όσο καθυστερημένη κι αν είναι καλλιτεχνική μια χορευτική σκηνή π.χ. μιας χώρας των Βαλκανίων, είναι σαφώς προς το συμφέρον των συμμετεχόντων σ’ αυτή να μην ενώσουν τη μιζέρια τους με τους γείτονες, αλλά να αναζητήσουν έμπνευση στις Μητροπόλεις. Οι οποίες επενδύουν οικονομικά και καλλιτεχνικά, έχουν συναίσθηση ότι ο κόσμος αλλάζει, και φυσικά οι πολιτιστικοί οργανισμοί των χωρών της Δύσης, στρέφουν τους ανθρώπους της τέχνης μέσω της πολιτικής τους προς ένα πιο δημιουργικό και ανταγωνιστικό μάνατζμεντ, έτη φωτός μακριά από τις μικροφοβίες περί της απειλούμενης ελληνικότητας που
κατατρύχουν ακόμη τη χώρα μας...Οι πρώην αποικίες επίσης αποτέλεσαν και αποτελούν τεράστια πηγή εισροής καλλιτεχνών και νέου αίματος, και συντέλεσαν στην ανανέωση του στυλ ενώνοντας χορευτικές μορφές της Ασίας και της Αφρικής με το σύγχρονο δυτικό χορό. Η Αγγλία και η Γαλλία αποτελούν κορυφαία παραδείγματα στην πολιτική ενσωμάτωσης αλλά και στη φιλοξενία ξένων καλλιτεχνών. Η Γερμανία παραμένει επίσης εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον δημοφιλής προορισμός για χορευτές και χορογράφους απ’ όλο τον κόσμο. Ίσως να είναι και η πιο δραστήρια χορευτική σκηνή αυτή την εποχή με μεγάλη ποικιλία έκφρασης, ενδεχομένως και χάρη στην πολυπολιτισμικότητα η οποία τη χαρακτηρίζει. 
Το μπαλέτο, εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη απειλή για το σύγχρονο χορό και ιδίως την πειραματική σκηνή, γιατί η τελευταία πενταετία είδε, λόγω των περικοπών στα οικονομικά, μια τάση να επενδυθούν μεγάλα ποσά στο συγκεκριμένο είδος επειδή θεωρήθηκε ασφαλής επιλογή από την άποψη της οικονομικής ανταποδοτικότητας (σίγουρο κοινό, αποφυγή ρίσκου με παραγγελίες έργων που μπορεί να κοστίσουν και να μην στον αναμενόμενο αριθμό εισιτηρίων κλπ.) Η τάση να στραφεί η χρηματοδότηση προς το θεωρούμενο ως «σίγουρο χαρτί», αφορά και στο σύγχρονο χορό, μια και παλιά σχήματα συχνά τείνουν να απορροφούν τη μερίδα του λέοντος των κονδυλίων, αφήνοντας ένα ισχνό μερίδιο σε όσους δείχνουν διάθεση να πειραματιστούν.

Το ανακάτεμα των στυλ, και τα δάνεια από και προς τη Δύση και την Ανατολή, η αναζήτηση διεξόδου για τη δημιουργικότητα σε περιοχές της Ευρώπης και του κόσμου που αποτελούσαν μέχρι πριν λίγα χρόνια terra incognita, μάλλον δείχνουν ότι η οξεία φάση αποτελμάτωσης πέρασε και διανύουμε μια μεταβατική περίοδο. Χορευτές από γνωστά σχήματα ανεξαρτητοποιούνται και δημιουργούν δικές τους ομάδες, νέοι καλλιτέχνες βγαίνουν στη σκηνή και μια μετριοπαθής πρωτοποριακή σκηνή, ιδίως από τη Γερμανία και το Βέλγιο που δημιουργεί επί χρόνια, αρχίζει να γίνεται ορατή, επηρρεάζοντας τους νεότερους. Οι χώρες της Βαλτικής και η Ρωσία ανεβαίνουν, τα Βαλκάνια προς το παρόν δέχονται κατευθύνσεις και καθοδήγηση στο know how. Μένει να δει και η Ελλάδα τι θα κάνει...
Το ΒΗΜΑ, 30/12/2006
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου