Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

Η ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Μέρος Ε'

Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ -ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Κάθε οργανισμός επιδεικνύει προτίμηση σε κάποια δραστηριότητα περισσότερο ή λιγότερο δημιουργική ή/και αποτελεσματική: ο ΟΠΕΠ επενδύει κυρίως στη δημιουργία δικτύων μέσα από προγράμματα κυρίως της ΕΕ αλλά και σε συνεργασία με ξένα μορφωτικά ινστιτούτα, όπως στον διαγωνισμό «Ψηφιοποιημένο φιλμ και βίντεο», «που μπορεί να καταπολεμήσει τον ψηφιακό αναλφαβητισμό», κατά τον πρώην πρόεδρο του ΟΠΕΠ, κ. Μαύρο. Η ψηφιακή τεχνολογία δίνει μεγάλες δυνατότητες. Σύμφωνα με τον κ. Ζαχόπουλο, «προβολή του ελληνικού πολιτισμού σημαίνει και ανταποδοτικότητα ψηφιακή. Για την ώρα υπάρχει πολυδιάσπαση και μένουν απ' έξω βασικές στρατηγικές προτεραιότητες. Πρέπει να ολοκληρώσουμε την ψηφιοποίηση του Εθνικού Αρχείου Μνημείων, την ψηφιοποίηση των αντικειμένων των μουσείων, και να επεξεργαστούμε την πρόσβαση με την καταβολή κάποιου τέλους. Και αυτό συσχετίζεται με την ενίσχυση του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας στην ψηφιοποίησή του και με δυνατότητα διεκδίκησης πνευματικών δικαιωμάτων, γιατί είναι απίστευτοι αυτοί που χρησιμοποιούν τα ελληνικά σύμβολα αυθαίρετα, χωρίς καμία άδεια, με τρόπο κερδοφόρο για τους ίδιους. Ολα αυτά σκοπό έχουν να αποφέρουν κέρδη». Η ψηφιοποίηση ενδιαφέρει και το Ιδρυμα Σ. Νιάρχου, που ενέκρινε δαπάνη, και ύστερα από γνωμοδότηση του κ. Ζαχόπουλου εκ μέρους του ΥΠΠΟ, του κ. Δεληβοριά του Μουσείου Μπενάκη και του κ. Μπαμπινιώτη, «τότε πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών», για την ψηφιοποίηση των ελληνικών μύθων από τον κ. Λαμπρινουδάκη του Πανεπιστημίου της Βέρνης. Οταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα, θα είναι δωρεάν online για όλους τους φοιτητές και ερευνητές. Σημαντικό για το Ιδρυμα Νιάρχου, είναι να υπάρχει συνέχεια στις δράσεις που αναλαμβάνονται και να μην αποτελούν μεμονωμένες προσπάθειες, κάτι που πρέπει να γίνει κατανοητό ως ανάγκη και από το ελληνικό Δημόσιο. Γι' αυτό και για το Ιδρυμα Νιάρχου υπάρχει και το benchmarking, δηλαδή η δημιουργία σημείων αναφοράς και μέτρων σύγκρισης μέσω έρευνας μετά την ολοκλήρωση ενός προγράμματος: «Δεν φτάνει να έχεις μια καλή ιδέα και να τη χρηματοδοτείς• πρέπει να δεις τα αποτελέσματα. Και εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε αυτή την αξιολόγηση για κάθε δωρεά, ανεξαρτήτως ποσού, και μάλιστα συμμετέχουμε στην αξιολόγηση. Δηλαδή, παίρνουμε την αξιολόγηση από το ίδιο το πανεπιστήμιο ή το μουσείο, αλλά στέλνουμε και δικούς μας ανθρώπους κατά τη διάρκεια ή μετά το τέλος της έκθεσης ή του προγράμματος, και παίρνουμε συνεντεύξεις από τους χρήστες, συχνά ανώνυμα, με τη συμπλήρωση κάποιας ειδικής φόρμας που έχουμε» λέει το Ιδρυμα Σ. Νιάρχου. «Μας ενδιαφέρει τι έχουν να μας πουν οι χρήστες, ώστε την επόμενη φορά που θα γίνει μια δωρεά στον ίδιο οργανισμό να μπορέσουμε να καλυτερεύσουμε το πρόγραμμα. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάτι αντίστοιχο κάνει και το ΥΠΠΟ και ότι ο προϋπολογισμός του επηρεάζεται απ' αυτό• αν, δηλαδή, ένα πρόγραμμα δεν πάει καλά, φανταζόμαστε ότι μειώνεται ή κόβεται και ανάλογα δίνονται περισσότερα χρήματα σε προγράμματα που πάνε καλά και βοηθούν τον πολιτισμό». Στο πλαίσιο της νέας εποχής του εξορθολογισμού των πρακτικών και της αναγωγής τους σε μετρήσιμα μεγέθη κατά τους νόμους της αγοράς, το ΥΠΠΟ, λέει ο κ. Ζαχόπουλος, ερευνά «τι έγιναν οι απόφοιτοι που ήρθαν στην Ελλάδα για την εκμάθηση της γλώσσας από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας και το Ιδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου και ήδη υπάρχουν τα πρώτα συμπεράσματα που δείχνουν ότι κάποιοι κατέχουν ηγετικούς ρόλους στις πατρίδες τους». Αυτή η πρακτική είναι συνεπής με αντίστοιχες έρευνες στη Βρετανία προτού δοθούν υποτροφίες σε σπουδαστές από χώρες της Ασίας ή της πρώην Ανατολικής Ευρώπης και στο πλαίσιο της δημόσιας διπλωματίας. Σκοπός είναι οι μελλοντικοί απόφοιτοι και γνώστες του βρετανικού εν προκειμένω πολιτισμού, που θα μεταφέρουν τη θετική _ κατά τα αναμενόμενα _ άποψη για τη χώρα όπου σπούδασαν, να είναι ταυτόχρονα και άτομα που επηρεάζουν την πολιτική ή την οικονομία της χώρας τους.
Εν κατακλείδι
Οι καθ’ ύλην αρμόδιοι καταθέτουν λοιπόν προτάσεις σχετικά με τις ανάγκες προβολής του ελληνικού πολιτισμού τον 21ο αιώνα, οι οποίες στο πλαίσιο μιας προσπάθειας ανανέωσης αφορούν: στην οικονομική ανταποδοτικότητά του, το τέλος της προγοναλατρείας, τη συνειδητοποίηση ότι η Ελλάδα κρίνεται για τα έργα της τη σημερινή εποχή, συνέργειες με άλλους οργανισμούς, υιοθέτηση της ψηφιακής τεχνολογίας και εξάπλωση σε περιοχές των Βαλκανίων και της Ανατολής –καταρχήν- με τις ευλογίες της δημόσιας διπλωματίας, και βασικό άξονα τη γλώσσα κατά τις πρακτικές των ξένων μορφωτικών ιδρυμάτων. «Σ’ ένα μεγάλο εγχείρημα εθνικής και διακομματικής εμβέλειας όπως είναι η αναδιάρθρωση στον τρόπο προβολής του ελληνικού πολιτισμού, εκτός από τη συνεργασία όλων των Υπουργείων, φορέων, οργανισμών και Ιδρυμάτων», θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι «απαιτείται και διεπιστημονική προσέγγιση από ειδήμονες σε θέματα όπως για παράδειγμα η ιστορία, οι ανθρωπιστικές σπουδές, όσο και από ειδήμονες στο μάρκετινγκ, την επικοινωνία και το μάνατζμεντ», συμπληρώνει ο κ. Τζανάκης του Υπουργείου Εξωτερικών. Για αγαστή σύμπνοια και «συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και υπουργεία» κάνει λόγο και ο πρόεδρος του ΟΠΕΠ κ. Σιώψης, προκειμένου να γίνει αντιληπτό ότι «σε μια εποχή που μιλάμε για επενδύσεις, ο πολιτισμός είναι σαφώς η ασφαλέστερη επένδυση.»
Παρά τις ειδυλλιακές διακηρύξεις, θα πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι η εικόνα είναι ακόμη θολή, με πολλούς φιλόδοξους στόχους και πρόγραμμα το οποίο για να πραγματοποιηθεί, πέρα από τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους, χρειάζεται _ όσον αφορά το Δημόσιο _ ευελιξία, διάθεση ανανέωσης, μέθοδο, αποτελεσματικότητα, συνέχεια και συνέπεια. Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό κράτος δεν έχει διακριθεί στους εν λόγω τομείς, ενώ έχει δρέψει δάφνες στις καθυστερήσεις, στην τεμπελιά, στην αδιαφορία και την καταφυγή στην επανάληψη πολιτισμικών στερεοτύπων προκειμένου να αποφύγει δράση και ευθύνες. Χρειάζεται να ληφθεί σοβαρά υπόψη το συμφέρον του ελληνικού πολιτισμού και των Ελλήνων, ώστε –για παράδειγμα- να συμπτυχθούν φορείς που αλληλοεπικαλύπτονται, (όπως για παράδειγμα «οι επικαλύψεις κυρίως μεταξύ ΟΠΕΠ και ΕΙΠ», σύμφωνα τα λεγόμενα του κ. Ζαχόπουλου αλλά και άλλων εκ των συνομιλητών), για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες, να εξοικονομηθούν πόροι και να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος.
Μένει λοιπόν να δούμε αν το όραμα θα καταφέρει να συνδυαστεί με ένα πιο σύγχρονο μάνατζμεντ (που οπωσδήποτε πρέπει να περιλαμβάνει το λεγόμενο «empowrment», δηλαδή το μοίρασμα αρμοδιοτήτων σε συνεργάτες), με επιτυχημένες συνέργειες και πραγματικό εκσυγχρονισμό. Οι υπερβάσεις που πρέπει να γίνουν είναι πολλές και χρειάζεται μεγάλη αισιοδοξία για να πιστέψουμε ότι αυτή τη φορά οι αγαθές προθέσεις θα «βάλουν φωτιά» στη συνείδηση της προγονόπληκτης γραφειοκρατίας του πολιτισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: