Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

ΛΕΞΙΚΟ επαγγελμάτων(ε)


Υπάλληλος μετρό: ο διορισμένος για να μην του τα πρήζει ο πάσα είς και του ζητάει ξυπερέτηση. Πρέπει να τον πλησιάζει κανείς προσεκτικά και αν χρειαστεί, να του πετάξει πετσέτα στο κεφάλι αν αγριέψει υπερβολικά, καμπουριάσει τη ράχη και του σηκωθεί η τρίχα και φτύνει χ χ χ σα γάτος που του 'κανες ενβόλιο, ιδίως αν ο ταξιδεύων θέλει πληροφορίες και εισιτήργια.

Οδηγός αστικού λεφωρείου: ο διορισθείς για να μπορεί να μιλάει άνετα στο κινητό του το φελέκι μου, και να ακούει στο ραδιόφωνο μουσική για να ξεχνάει ότι αυτός, ένας Αηστάης κουβαλάει τη σάρα, τη μάρα και την καραπλέμπα, δηλαδή εσάς. Με απωθημένα Φόρμουλας 1, τρέχει, περνάει πορτοκαλλιά και στρίβει τρομοκρατώντας πεζούς που βρίσκονται στα μισά του δρόμου όπως το κυνηγόσκυλο κυνηγάει τσι κότες στο αγρόκτημα.

Οδηγός υπεραστικού λεφωρείου: ο προσληφτείς για να μιλάει στο κινητό του, ενίοτε στα δύο ή τρία κινητά του, να βάνει το ερκοτίσο στους πλην τριάντα διότι έχει κάψες και νταλκά καθότι το Σουλάκι το τσουλάκι του κάνει κορδέλλες μέρα-παραμέρα που κατεβαίνει Αθήνα δρομολόϊο και του τηλεφωνάει να το δει, αλλά το Σουλάκι βλέπει με καλύτερο μάτι το Λεωνίδα απ' τη Ζυγοστάθιμηση ο Φώντας. Αναλόγως το σεκλέτι, βάνει διαπασό το ράδιο-Βάρη/Λούτσα/να μια πούτσα, που παίζει τα καλύτερα του Γιώργου Ζεφύρη και της Ζάνας Φυλή.

Υπάλληλος επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντου: ο προσληφτείς απ' το αφεντικό για να πιάνει με τα ξερά του ό,τι να 'ναι και μετά το φαί/ποτό του πελάτη, και προσβέλνεται άμα του κάνεις παρατήρηση γιατί αυτός είναι ανωτέρου πιπέδου και τα μικρόβιά του δεν είναι μεταδοτέα. Επίσης, αυτός όταν βήχει, καθότι με αναθροφή, δε βήχει όπως στο διπλανό μαγαζί απά στα προϊόν, αλλά στα κουλά του μέσα, ώστε δεν πετάει ιούς δεξά-ζερβά, καθότι με αναθροφή και μπορεί να ακουμπάει τα ξερά του στο σακκουλάκι που ανοίγει με τα ξερά του τα φτυσμένα. Επίσης αυτός βάνει γάντι και πχιάνει τα προϊόν. Και τα λεφτά. Και τον καρντάση του που τον χαιρετάει. Και το τηλέφωνο, τα τσιγάρα, τον κουβά και το απορρυπαντικό. Αλλά μετά το πετάει. Του 'χουνε πει ότι δε μεταδίνει μικρόβια, κι ο κάθε κλάψας να πάει στη μάνα του να φάει.
Νομίζω;


Give me the moon mother...

  (Έτσι, χωρίς πρόγραμμα...)

Ξεκίνησα να διδάσκω το 1992. Ο εφιάλτης ημών των διδασκόντων δεν ήταν οι κακές αμοιβές, τα υπερήφανα εν τη αμαθεία των τέκνα Ελλήνων, η επαγγελματική αστάθεια, αλλά οι Έλληνες γονείς. Ιδίως το βιαιότερο όν στον πλανήτη Γη, η χαρούμενη νοικοκυρά και μάνα. Αυτή που έταξε στην κόρη της ότι αξίζει τον ουρανό με τ' άστρα, κι ότι στο μυοσκελετικό της σύστημα βαθιά κρύβονται οχτώ Πλισέτσκαγιες. Αυτή που θέλει να επιβάλλει το καμάρι της “Μις” στα καλλιστεία, καλλίφωνη στις χορωδίες, Τζίνα Μπαχάουερ στα ωδεία, ως άλλη υποψήφια νύφη σε γαμπρό που δεν τη θέλει και θα της γυρίσει πίσω, στο ράφι. Αυτή που έταξε την κόρη -κυρίως- στο βωμό της υπεραναπλήρωσης των δικών της παθημάτων, φεύ, ουχί και μαθημάτων.
Αυτή που δεν αφήνει την κόρη της να έχει δική της φωνή ώστε να αγωνιστεί να γίνει καλύτερη και να προχωρήσει. Αυτή που κάνει τις εργασίες του παιδιού της γιατί έτσι θα μάθει να βλέπει τους άλλους αφ' υψηλού το καμάρι, ως γίγαντας με πήλινα πόδια. Έτσι θα ζητήσει υπηρέτες από το σύζυγο αργότερα, έτσι θα 'χει πάντα καλύτερη φιλενάδα τη μάνα, έτσι θα γίνει όπως η μάνα.
Έτσι όπως τα έχω ζήσει τα πράγματα μέχρι σήμερα, τελικά είμαι πεπεισμένη ότι την Ιφιγένεια δεν τη θυσίασε ο Αγαμέμνονας, αλλά η Κλυταιμνήστρα, επειδή μάλλον το άτιμο το κορίτσι θα αρνιόταν πεισματικά να μεταμορφωθεί σε όραμα της μάνας.