Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Με αφορμή την επιστροφή της Ρούλας

(Απίστευτο! Δεν θα το πίστευα ότι ένα κείμενο που γράφτηκε το 1997, θα ξανάβλεπε την αφορμή που γράφτηκε το 2016 με το ίδιο κόνσεπτ σε comeback στην τηλεόραση.)

“ΜΠΡΑΒΟ” Οντέτ και “ΚΑΛΩΣΗΛΘΕΣ!”

Δεν είναι ανάγκη να προσπαθήσει να φανταστεί κανείς τους Άγγλους γονείς να βλέπουν με τα παιδιά τους την “ανδρική εκδοχή” της Λίμνης των Κύκνων. Όσο να 'ναι, είναι αρκετά συνηθισμένοι σε νεωτερισμούς και διαθέτουν και το περίφημο βρετανικό φλέγμα για τις δύσκολες καταστάσεις. “Stiff upper lip” και όλα πάνε ρολόϊ. Καλύτερα είναι να προσπαθήσει να φανταστεί κανείς ακόμη και εν έτει 1997 τις αντιδράσεις των Ελλήνων γονέων στην εξωτερίκευση της επιθυμίας του παιδιού τους να ασχοληθεί επαγγελματικά με το χορό. Είπαμε, σου λέει ο Έλλην, να φτιάξει σώμα (διότι πώς θα την παντρέψουμε την ασυντόνιστη κοράκλα; για τα αγόρια δε γίνεται λόγος), να μάθει να περπατάει (δεξί-αριστερό με εναλλάξ τα χέρια και όχι όλα μαζί σαν πούμα), να αποκτήσει χάρη και αέρα (που είναι και ελεγχόμενα επίκτητα χαρακτηριστικά της έμφυλης ταυτότητας), αλλά όχι και να επιδεικνύει τα κάλλη στα θέατρα (sic) φορώντας κολλητές φόρμες και κοντά τούλια...Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, η κόρη δε θα γίνει “μπαλαρίνα” (καταλαβαίνετε...) και δεν θα ενταχθεί σ' έναν επαγγελματικό κλάδο που στη μακρά του ιστορία τις τάξεις του πύκνωσαν δούλοι, απελεύθεροι, περιπλανώμενοι σαλτιμπάγκοι και ορφανά (βλ. Μπολσόϊ). Τώρα αν τα φέρει ο διάολος και το παιδί δεν υποχωρεί, μια ασφαλιστική δικλείδα είναι -εφ' όσον όλα πάνε κατ' ευχήν και οι σπουδές ευοδωθούν- να ασχοληθεί τουλάχιστον με την υψηλή τεχνη του μπαλέτου (του κλασικού βεβαίως-βεβαίως), που έχει να επιδείξει σειρά εξαϋλωμένων νεανίδων μηδέποτε φερουσών το βάρος της σεξουαλικής επιθυμίας, αλλά θνησκουσών κατ' εξακολούθησιν προ του μοιραίου (άλλο τώρα αν αυτή είναι μια πρώτη αφελής και ασφαλής ανάγνωση).
Επειδή σήμερα είπαμε να μην ασχοληθούμε με τα όσα μας αρέσουν, αλλά με όσα δεν μας αρέσουν ακόμη και σε οργανισμούς όπως τα Μπολσόϊ που έχουν αναδείξει πλήθος πολυαγαπημένων αστεριών, ας έρθουμε σε ένα άλλο σημείο: εκείνο που μιλάει για τη “στρατιωτικοποίηση” της χορευτικής παιδείας στους κόλπους τέτοιων ένδοξων κατά τα λοιπά οργανισμών. Στην πιό εκτεταμένη δηλαδή χρήση της άσκησης με σκοπό τη δημιουργία δεκτικών σωμάτων στον καταναγκασμό και την πειθαρχία. Κι εδώ θα ήθελα να εκφράσω την απορία που ανέκαθεν είχα: το συντηρητικό κοινό -όχι οι άμεσα σχετιζόμενοι με το χορό- που βλέπει -κυριολεκτικά- παραστάσεις μπαλέτου, θαυμάζει την τεχνική ή την πειθαρχία, που ενδεχομένως και να ενσαρκώνει την κρυφή του ευχή “να μην κάνει βρε παιδί μου, ο καθένας ότι θέλει”; Βλέπει άραγε, κάπου την εικόνα μιας ασφαλούς, ιεραχημένης κοινωνίας όπου κανένα κεκτημένο δικαίωμα δεν θίγεται, καμμία αναταραχή δεν υπάρχει και ο καθένας ξέρει τι του μέλλεται; (Γι' αυτό αποτελεί πραγματικά τραγική ειρωνεία η χρήση του μπαλέτου στην υπηρεσία έργων στο ύφος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με τίτλους όπως Θωρηκτό ποτέμκιν, και η απουσία του σύγχρονου χορού στην πρώην Σ. Ένωση. “Η κίνηση δεν ψεύδεται” φέρεται να είχε πει ο ψυχίατρος του 19ου αι. πατέρας της Μάρθα Γκράχαμ στην κόρη του, και στην προκειμένη περίπτωση έγινε ο άμεσος εκφραστής της άκαμπτης κοινωνικής κατάστασης και καθρέφτης της. Εγώ λοιπόν θα παράφραζα τη φράση λέγοντας “η χρήση της κίνησης δεν ψεύδεται”.)
Για να επανέλθουμε όμως στο κοινό, βλέπει άραγε ότι το ντουέτο της Οντέτ και του Ζίγκφρηντ στη Λίμνη των Κύκνων (Β' πράξη) είναι από τις πιό ερωτικές στιγμές του μπαλέτου ως είδους (genre) στιγμή όπου η ηρωίδα δικαιώνει τη μεταμόρφωσή της σε κύκνο (ζώο, ερωτικό πουλί); Υποθέτω ότι κάποιοι το καταλαβαίνουν, όπως πολύ καλά γνωρίζουν -είναι και πιό σαφείς- τις προθέσεις της Οντίλ (ο μαύρος κύκνος). Ίσως λόγω αυτού του σχίσματος και της διπολικής κατάταξης των γυναικών, έρχονται (ή νομιμοποιούνται;) σήμερα μόνο άνδρες χορογράφοι, όπως ο Μάθιου Μπερν ή ο Ματς Έκ να ερμηνεύσουν αλλιώτικα και να αποδώσουν με το δικό τους τρόπο τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ίσως επίσης είναι αυτός ένας από τους λόγους που μετωνυμικά τοποθετείται η δυσαρέσκεια για τα σόου -ευρείας λαίκής αποδοχής- της τηλεόρασης στα εμβόλιμα χορευτικά ιντερμέδια, που εκτελεί το “μπαλέτο” (το σύνολο δηλαδή των χορευτριών και χορευτών) που συνεργάζεται με την κάθε εκπομπή. Δεν είμαι απολογήτρια των εν λόγω ομάδων, απλώς πιστεύω ότι αφ' ενός δεν πρέπει να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα (Μπαλέτα Μπολσόϊ και “μπαλέτα” Ρούλας), γιατί αυτό αποβαίνει σε βάρος τόσο των συγκρινομένων όσο και της συν-κριτικής γενικότερα, και αφ' ετέρου, αν αποφασίσουμε να το κάνουμε, θα πρέπει να είμαστε σε γνώση των προθέσεων αλλά και των πιθανών προκαταλήψεων μας. Αυτό που λογικά προκύπτει από τέτοιες συγκρίσεις είναι έννοιες όπως η “ηθική απαξία” του έργου (τέχνης ή μη), αλλά και της έκθεσης του σώματος και της προκλητικότητας, θέματα που έχουν από καιρό συμπεριληφθεί σε άλλους κλάδους έρευνας που δεν περιέχουν αξιολογικές κρίσεις. Επίσης μένουν αξεκαθάριστα τα σημεία όπως για παράδειγμα, αν η αναφορά γίνεται με αφορμή το τεχνικό επίπεδο (δηλαδή ένα “Καλώς Ήρθατε” μιας άλλης χώρας θα είχε καλύτερους χορευτές;), το θέμα, τα κοστούμια, τη θέση της γυναίκας κλπ. Ο χορός, παραγνωρισμένη τέχνη, έχει δεχτεί ισχυρό πατρονάρισμα από φορείς διαφόρων ιδεολογικών ρευμάτων. Παραμένει κατά κάποιο τρόπο στα όρια μιας περιορισμένου αριθμού κοινότητας ανθρώπων που αρκείται στις ενασχολήσεις της και δεν αντιδρά επαρκώς στα στερεότυπα που αποδίδονται σ' αυτήν και την τέχνη που ασκεί. Μακάρι το άνοιγμα που γίνεται (...) τον τελευταίο καιρό να ευοδώσει καλύτερη γνωριμία με το χορό και ευαισθητοποίηση του κοινού γύρω από την πραγματικότητα του χορού και τις δυνατότητές του. Μακάρι δηλαδή, για να μπορέσει η καημένη η Οντέτ, ο καλόψυχος, λευκός κύκνος της γνωστής “Λίμνης” να σπάσει τα μάγια του Ρόθμπαρτ που τη μεταμόρφωσε, αλλά και του άλλου γνωστού συναδέλφου του Καζέλλα (της Ρούλας). 

(Αυγή, 16/2/1997). 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: