Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

ΩΡΑΙΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Σήμερα στο σχολείο μας έβαλε η δασκάλα έκθεση με θέμα "Η ωραιότερη εποχή του χρόνου". Κανονικά δεν είχαμε έκθεση, αλλά έβρεχε με το τουλούμι και αναγκαστήκαμε να μείνουμε μέσα. Και μένοντος μέσα, κάναμε φασαρία, οπότε ως τιμωρία γράψαμε έκθεση. Και να τι έγραψα:

Η Ωραιότερη εποχή του χρόνου.

Εγώ μου αρέσει πάρα πολύ η Άνοιξη. Ηδείως τώρα που είναι Μάιος και τα πάντα είναι βροχερά και ανθισμένα. Η μαμά μου είπε "εφτυχώς που δεν έδοσα το πάπλομα σ' αυτόν τον κλέφταρο στη γωνία που δε δίνει και αποδήξης, γιατί τώρα να που μας χριάστηκε." Ο μπαμπάς είπε "σου έχω πει χίλιες φορές να μην πηγένις σ' αφτόν, είναι φαρμακήο", και η μαμά δαγκόθικε, είπε "θα σου 'λεγα τώρα, αλλά είναι το παιδί μπροστά" και νομίζω ότι όταν ο μπαμπάς έφυγε για τη δουλειά, η μαμά ψηθίρεισε "μαλάκα", αλλά δεν παίρνω και όρκο.
Η άνοιξη είναι μια ωραία εποχή: από τη γονία ακούγετε η φωνή του καστανά, που τον λένε Αμπντούλ Μαχαλαχαρλάλ και είναι Ινδός το νοικιάζει απ' τον κυρ-Γιώργο που είναι Ηπιρότης, και μαζί με τον Αμπντούλ ψήνει κάστανα και ο Γιάννης, κανονικά δεν τον λένε Γιάννη, αλλά το 'κανε έτσι γιατί δεν ήθελε να τον φωνάζουν Ρωμαίο όπως στην Αλβανία, και παίρνει το νήκοι για τον κυρ-Γιώργο που βαριέται.
Μ' αρέσει πολύ η άνοιξη με τις βροχές της, το κρύο, το γκρίζο και μουντό προϊνό, τα πουλόβερ και τα ζεστά που πίνουμε γιατί κρηόσαμε πάλι. Ο μπαμπάς λέει "σιχτίρ" κάθε που φταρνίζεται και η μαμά του λέει "μπράβο, τα μαθένει και το παιδί", μάλον ενοούν εμένα, αλλά εγώ τα ξέρω ίδι.

Η άνοιξη μ' αρέσει γιατί αλλάζει η μέρα, δηλαδή παρά το κρύο έχουμε φως μέχρι αργά, είναι σα χειμόνας με φως και αλλεργία.
Αυτό με το φως οι γονείς μου πολύ το εκτιμούν και μου λένε "βλέπεις δε χρηάζεσε φοταπσίες απ' το μεσημέρι, αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις με φιπιά 23 της εκατό." Εγώ δεν ξέρω τι είναι το "να τα ξεχάσεις με φιπιά 23 τις εκατό." Προτιμάω όμως να κανω ότι καταλαβένω για να μην τα ακούσω χηρότερα. Άλουστε η μαμά έρχεται μετά και ανάβει το φως και λέει δυνατά "δε θα στραβοθεί το παιδί επηδή χάζεψε η κηβέρνηση," και ο μπαμπάς σφίγκει τα δόντια και δε λέει τίποτα. Δηλαδή λέει  "απ' το φως θα ξεστραβοθεί ή που θα ανήξει κανά βιβλίο;" Εκεί εγώ καταλαβένω ότι δεν πρέπει να μιλήσω, αλλά να δήξω στενοχορημένος.
Κλήνοντας την εργασία, θέλω να αφιερόσω ένα ποιματάκι στην ορεώτερη εποχή του χρόνου, τη χιλιοτραγουδισμένη, βροχερή και γκρίζα άνοιξη:

Μένουν τα φύλλα εις τα δεντράκια
μα ήρθαν και πάλι τα συννεφάκια.

Η γάτα ψάχνει ζεστη αγκάλη,
άναψε μάνα ξανά μαγκάλι.

Φτιάξε και σούπα να 'ναι ζεστή,
ψήσε λουκάνικα, φέρε ψωμί.

Όλοι το βράδυ θα μαζευτούμε,
με τα παπλώματα να ζεσταθούμε.



Σημ. δασκάλας (να το σβύσω ή να ιππογράψω ος κιδεμόν):
Τη Δευτέρα με τον κηδεμόνα.








Δεν υπάρχουν σχόλια: