Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Καλοκαιρινή Ιστορία

Πρώτα του έφαγαν τα μάτια. Μέρες οι μύγες και οι σφήκες πετούσαν γύρω του, σίγουρες ότι το πτώμα δεν θα πήγαινε πουθενά. Τα πλάσματα που τρώνε απ' τα πτώματα έχουν μια ιδιαίτερη συμπεριφορά, ακόμα κι αν πρόκειται για απλούς οργανισμούς όπως οι σφήκες ή οι μύγες. Σχεδόν σαν να έχουν συναισθήματα. Το βλέπει κανείς στο πέταγμα: διστακτικό, χαρούμενο, λαίμαργο. Δεν υπάρχει λύπη, αλλά χαρά για την εξασφαλισμένη τροφή.
Το ποντικάκι, σταχτο-κιτρινόγκριζο, κειτόταν στη ρίζα της αχλαδιάς, μικροσκοπικό. Σαν να κοιμάται, αν δεν ήταν τόσο γυρισμένο στο πλάι. Αδιάφορο. Κι αν οι μύγες δεν πήγαιναν στα μάτια του χωρίς αυτό να αντιδρά ή να κινείται.
Το συναντούσαν καθημερινά στο σύντομο περίπατο στον κήπο, όταν έβγαιναν για το πότισμα των φυτών και των λουλουδιών. Μετά τη δεύτερη μέρα, έγινε κάτι σαν ατραξιόν που τραβούσε σταθερά την προσοχή του μικρού επισκέπτη του σπιτιού. Η εγγονή γυρνούσε με κάθε ευκαιρία να δει τι είχε απογίνει το ποντικάκι. Κι όταν του έριχναν χώμα από πάνω, εκείνη το έσπρωχνε κρυφά με το παπούτσι της και το ξεσκέπαζε, περίεργη να καταλάβει τι συνέβαινε με το σώμα μετά το θάνατο. Ρωτούσε για τη γιαγιά της, αν ήταν στον ουρανό, κι αν όποιος πεθαίνει, παίρνει μαζί του κάτι αγαπημένο, ένα λούτρινο για παράδειγμα, για να παίζει. Την ανησυχούσε η πορεία της ζωής. Η κατάληξη.
Στη χαμηλή μεσοτοιχία με τα κεραμίδια, ήσυχα και εξουσιαστική στεκόταν ή ξάπλωνε η γάτα του σπιτιού, φουντωτή, ράτσας, με όμορφα, γαλάζια-κγρι μάτια και μπεζ-καφέ χρώματα. Κοιτούσε με ύφος ηγεμόνα γύρω τον κήπο και δen έδινε μια για τις αυστηρές φοβέρες της μικρής που την κατηγορούσε για το θάνατο του μικρού ποντικιού. Ή μάλλον την ανακάλυψη της καθημερινής πορείας προς τη σήψη.
"Πρέπει να τιμωρηθείς Totoche", της έλεγε. Μα η γατούλα νιαούριζε επιδεικτικά, τεντωνόταν και ξάπλωνε ακόμα πιό άνετα στο πλάι. Ήσυχη. Σχεδόν χαμογελαστή. Ειρωνική. Απόλυτο αφεντικό του κήπου και της ζωής των πλασμάτων εκεί.




Δεν υπάρχουν σχόλια: