Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΔΥΟ ΑΠΛΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ: Η ΚΟΥΛΑ ΚΙ Ο ΛΑΜΠΗΣ /Ντοκουμέντο. #διαδώστε#

Εγώ βασικά, δουλεύω ζυγοστάθμιση, μου 'πε ο Λάμπης με μάτια που έλαμπαν απ' το αντιμνημόνιο. (αστείο για χημικούς). Πόσο καιρό; είπα. Πολύ, μου απάντησε. Δηλαδή; τον ρώτησα. Εεεεε...κάμποσο, μου είπε. Στα μάτια του είδα όλο τον πόνο από τα χτυπήματα του μνημόνιου. Τα είδα στα χέρια του, τα είδα στη σκισμένη του μπλούζα. Όχι, μου ΄πε σεμνά, αυτά είναι απ' τη λαμαρίνα, τη λαμαρίνα που όλα τα σβήνει...Όπως έσβησε η σχέση μου με την Κούλα τη Λίτσα, τη Διονυσία και τη Σβετλάνα. Μ' αφήκαν οι καργιόλες.
Τόσος πόνος σ' αφηνει άφωνο. Έβγαλα μαντήλια απ' το σακκίδιό μου, και συνέχισα τη συνέντευξη.
Δύσκολο όταν σε γραπώνει ο πόνος του άλλου, αλλά ευτυχώς είχα τις Παστίλιες “Μπαρδέμ” για όταν θα 'σφιγγε η μέγγενη της συζήτησης.
Τι συνέβη λοιπόν; πίεσα τον Λάμπη να συνεχίσει. Εκείνος όμως, χωρίς παστίλιες “Μπαρδέμ”, είχε το δικό του πόνο όλον στις πλάτες του και μόνο που ξερόβηξε.
Κοίτα, είπε κάποια στιγμή, εγώ...και κοίταξε πέρα απ' τα φουγάρα της Χαλυβουργικής...εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα μέχρι πρόπερσι και κατέβαινε χαρούμενα η πομπή των Ελευσίνιων με τροπάρια βγαλμένα κατευθείαν από κείμενα προφητικά του Λιακόπουλου..., εγώ πριν το Μνημόνιο... -εκεί άρχισε να κλαίει. Πάμε πιό κάτω; μου 'πε μόλις συνήλθε τρεις ώρες αργότερα. Εδώ μας έπνιξε τα πλεμόνια η σκόνη. Πιό κάτω θα μυρίζει σκατίλα απ' τα Μέγαρα, τόλμησα να του θυμίσω τη μνημονιακή αλήθεια. Με κίντυνο να σηκωθεί να φύγει ή να πάθει καινούργιο νευρικό κλονισμό.
Καλύτερα προς το Δρομοκαίκειο, πρότεινε το μνημονιακό θύμα. Κι άλλαξε εντός μου ο ρυθμός του κόσμου, ψέλλισα μερικούς εντελώς άγνωστους στίχους του Βιζυηνού. Καθήσαμε στον μαντρότοιχο, δώκαμε τσιγάρα στους τρόφιμους, καπνίσαμε και μεις καμιά εξηνταριά και με ψυχή ανταριασμένη συνεχίσαμε την ξιστόρηση των παθών του λιωμένου λαού απ' τα μνημόνια.
Εγώ, μου λέει το παληκάρι, αγάπαγα. Αλλά τώρα πχιά, αναγκάζομαι απ' το μνημόνιο να δουλεύω σε οχτώ δουλειές τη μέρα για να βγάνω τα εξοδα, και με χωρίσανε όλες. Τι να κάνω για να τα βγάνω πέρα; Έχω μάνα κατάκοιτη, πατέρα αλκολικό, μια θειά στο γκαλντερίμι της ζωής. Εγώ τους ζω όλους, και μ' ό,τι περισσεύει πληρώνω τα μνημόνια και τα χαράτσια. Υποφέρνουμε και δύσκολα τα φέρνουμε. Δουλεύω λαϊκή, βουλκανιζατέρ, ντελίβερυ, ταξί, παρκαδόρος, φουσκωτός σε μπαρ, δημόσιος υπάλληλος και αγιογράφος. Να τα γράψεις, να τα πεις αυτά, ότι ο κοσμάκης πεινάει. Γυναίκα πχια δε με πλησιάζει, το όργανο αράχνιασε. Κει δα στη ψωρογειτονιά που ζω έτσι είναι όλοι: με οχτώ κι εννιά δουλειές ο καθένας για να τα βγάνει πέρα. Έχουμε γέροντες γονείς, αδέρφια στη Συγγρού, θειάδες στα σανατόρια...Και χωρίς ασφάλιση, πώς να στείλεις το φυματικό στον καθαρό αέρα...Το κονίαμα της χαλυβουργίας μας έμεινε.
Έκλαψα με όσα άκουσα. Έκλαψα πικρα για τη μοναξιά του Λάμπη. Του Λάμπη με τις οχτώ δουλειές και χωρίς γκόμενα. Όσο ν' αποσώσουμε την κουβέντα μας έκλαιγε κι ο Λάμπης. Κι εκεί που ήμασταν χωρίς ελπίδα, χαμένοι στο μνημόνιο, ένα μήνυμα ήρθε στο σμαρτφόν του Λαμπη: “σε θέλω Λ., μην αφήσεις την πουτάνα την ανεργία να μας χωρίσει. Κ.” Η Κούλα είχε γυρίσει.
Είσαι γουρλής φίλε, μου 'πε με μάτια λαμπερά και δακρυσμένα, έβαλε το πακέτο με τα λαθραία άφιλτρα στην κωλότσεπη κι έστριψε τη γωνία να πάει να βρει τον έρωτά του.
Έληξε το επισκεπτήριο. Ώρα να πάω κι εγώ στο θάλαμο. Αν δεν είμαι στην ώρα μου, δε θα μου ξαναδώκουν ελευθέρας. Έχω να γράψω και το άρθρο για την εφημερίδα “Δρομοκαίκειο-Μνημόνιο: ένα τσιγάρο δρόμος”.

Γιώργης-Μενέλαος Ανασούρμπουδας 


Δεν υπάρχουν σχόλια: