Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Τα 27 χρονια της “17 Νοέμβρη” και το νέο “Πανοπτικόν”


Ένα καυτό καλοκαίρι μας επιφύλαξε η συνεργασία της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και της λαλίστατης οργάνωσης “17Ν”. Από τις ομολογίες, τα πηγαδάκια, το τηλεοπτικό κουτσομπολιό και τα ρεπορτάζ, διαπιστωσαμε, πρώτον, ότι πρέπει καποτε η Ιστορία και η Ψυχιατρική να ασχοληθούν με τις περιπτώσεις των παιδιών αγωνιστών, εξορίστων και γενικά ανθρώπων που διώχθηκαν επί σειρά ετών για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, καθώς αυτά στην ενήλικη ζωή τους είναι δυνατόν να παρουσιάσουν σημάδια επιθετικότητας, κατάθλιψης και αδυναμίας συναισθηματικής επένδυσης. Δεύτερον, ότι ακόμη και τα “αρσενικα” της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αναμασούν τα κλισέ που τους θέλουν “οικογενιεάρχες που δεν ανακατεύουν τα θηλυκά της οικογένειας σε ζητήματα όπου χρειάζεται μυαλό” (όπως οι Σικελοί μαφιόζοι.) Τέλος, επιτακτική είναι η ανάγκη να απαντήσουμε έντιμα στο ερώτημα αν όντως η Ελληνική κοινωνία υποστήριζε τη 17Ν. Ένα ερώτημα που θυμίζει ενα άλλο, παλιότερο και εξίσου σημαντικό, και αφορά στη στήριξη (έστω και σιωπηρά) ή μη του ελληνικού λαού προς τη δικτατορία των συνταγματαρχών: “του Έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει” και όλοι έσπευσαν να δηλώσουν “αντιστασιακοί” μετά την πτώση του καθεστώτος, πλην όμως επί σειρά ετών δεν ήταν σπάνιες οι αναφορές στα “λεφτά που φτιάξαμε” επί επταετίας και στην “ησυχία που είχαμε.”
Σωτήριο για τη συλλογική μυθολογία του έθνους υπήρξε το γεγονός ότι οι συζητήσεις περί αντίστασης σταμάτησαν και το ζήτημα κουκουλώθηκε συσκοτίζοντας τη μνήμη καθώς και μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Τώρα που ηλεκροτλόγοι και μηχανικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και επαναστατημένα αντι-Καντιωτικά παπαδοπαίδια αποκάλυψαν τη δράση τους, εκτός από το θυμό για την “πτώση των τυράννων”, πρέπει να δούμε πόσο εξέθρεψε το όραμα της τρομοκρατίας η ίδια η Ελλάδα και η πολιτική κατάσταση, και να το παραδεχτούμε. Νομίζω πως ο επαναστατημένος Βαλκάνιος “γέννησε” και στήριξε τη 17Ν, έζησε στη σκιά των επιλεγμένων χτυπημάτων της ωσαν να μην είχε άλλη δυνατότητα, και με ρίγη ευχαριστησης επέτρεψαν, λαός και κρατικοί φορείς, σε μια ομάδα, να υπαγορεύσει επί σειρά δεκαετιών την ταξινόμηση των πολιτών σε καλούς και κακούς και την πρωτόγονη “τιμώρηση” των δεύτερων, καθώς και τη συσκότιση της κρίσης όλων με την έξυπνη διαφημιστική “καμπάνια” της ιδιοποίησης των μοιραίων επαναστατικών “συμβόλων” Τσε Γκεβάρα και Άρη Βελουχιώτη. Ο “πατήρ” Καρολος Μαρξ ήταν το τρίτο μέλος στο πάνθεον των ηρώων που ενεπνεαν τα μέλη της οργάνωσης, διά των θεωριών του οποίου εκπορεύθηκε η επαναστατική δράση των “απροσκύνητων” ινδαλμάτων. Η ονοματοδοσία της οργάνωσης ήταν μια ακόμη έξυπνη κίνηση για προφανείς λόγους. Η “17Ν” μέσα από την παρωχημένη και περιορισμένη αντίληψη των μελών της για τον κόσμο, προσπάθησε να πείσει, όπως όλοι οι μηχανισμοί του αυταρχισμού, ότι αποτελεί τη φυσική συνέχεια, τον κύριο, μοναδικό και πιο κατάλληλο εκφραστή θεωριών και πράξεων των ανθρώπων που προαναφέρθηκαν, ονομάζοντας διά της βίας τη δράση της “επαναστατική”, θεωρώντας ότι αυτό νομιμοποιεί και τις μεθόδους της. Στα είκοσι-επτά χρόνια της δράσης της “17Ν”, ένα πραγματικά μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μέλη της βγήκαν στη “σύνταξη”, αποσύρθηκαν πέθαναν, έκαναν παιδιά κι εγγόνια, πολλές αλλαγές συνέβσαν και στη χώρα. Το κλίμα της εποχής που “έθρεψε” τη “17Ν” ήταν (μεταξύ άλλων) η Πολιτιστική της Μελίνας, η Αθήνα των τεράστιων μπλε λεωφορείων και των πρώτων μέτρων κατά του νέφους, η εποχή της δόξας του χιούμορ του Χάρυ Κλυν και ταινιών όπως “Από πού πάνε για τη χαβούζα;”, της πίστης στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, της Παπανδρεϊκής συμπαράταξης με τον τρίτο Κόσμο, άμα δε και με τη μυθολογία της Αργεντινής μετά τον περίφημο ξανθό γάμο του, των υποχρεωτικών καυγάδων στα αμφιθεατρα την εποχή των φοιτητικών εκλογών, και των εκφρασμένων επιθυμιών περί “κατάργησης του Πανεπιστημίου”, μερική εφαρμογή του οποίου ήταν η επίδειξη αδιαφορίας ή η ενεργητική προσβολή του χώρου διά της ζωγραφικής και συνθηματογραφίας στους τοίχους, η εποχή της προσήλωσης στις αδυναμίες της φυλής και της ηθελημένης περιθωριοποίησης της χώρας, της υπερήφανης συμπαραδήλωσης “είμαστε Βαλκάνιοι” (μέχρι που άνοιξαν τα σύνορα βαλκανικά και ευρωπαϊκά, και επιθυμήσαμε τη διαφοροποίηση...) Ίσως η φράση “τέλος εποχής” διά χειλέων Κ. Σημίτη να μην είναι και τόσο άστοχη, έστω κι αν αποτελεί μέρος μιας σκέψης που υπονοεί την αρχή “μιας νέας εποχής” εκφρασμένης μέσω των επιλογών και του προσώπου του ιδίου (...)
Τέλος, αυτό το καλοκαίρι ειναι “ιστορικής σημασίας” και για κάποιον άλλο λόγο: βλέπουμε και στην Ελλάδα μια “εκλεπτυνση” των διαδικασιών και του προφίλ των αστυνομικών μεθόδων, από τη μυολογία του τραμπουκισμού στο νέο “Πανοπτικόν” των φυλακών ασφαλείας, και στην τεχνογνωσία που έφερε και στη χώρα διαφορετικό ύφος, ανάλογο της πραγματικότητας της διενέργειας πράξεων τρομοκρατίας. Οι φυλακές, ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης, η προσαγωγή των κατηγορουμένων (αυτοκίνητα, συνοδεία, ταχυτητα, σχετική μυστικότητα, απόσταση), οι συνθήκες κράτησης, η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων, το ειδικό αστυνομικό σώμα και αυτό των δικαστικών λειτουργών που ασχολείται με την υπόθεση της τρομοκρατίας, όλα αποτελούν μέρος ενός νέου τυπικού, βασικοί όροι του οποίου είναι ο ορισμός του νέου εγκλήματος της τρομοκρατίας και ο χειρισμός του, με μια a priori δικαίωση των πρακτικών αντιμετώπισής του. Με άλλα λογια, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και προς το συμφέρον μας η μελέτη των νέων ενισχυμένων μηχανισμών καταστολής.

Αυγή, 4/8/2002

Δεν υπάρχουν σχόλια: