Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η ΦΤΩΧΕΙΑ ΩΣ ΑΞΕΣΟΥΑΡ

Κάπου ανάμεσα στη ζοφερή λατρεία και τον διασυρμό των διαταραγμένων καλεσμένων των ριάλιτυ σόου και στην ελαφρόμυαλη ξενοιασιά τν νεόπλουτων, κινούνται τα "ρεπορτάζ-καταγγελίες" της "φρίκης" που προκαλεί ο άνθρωπος στον συνάνθρωπο ή/και στο περιβάλλον του. Με μια φιλοσοφία-λεζάντα και πολλές φράσεις-κλισέ, πολλοί φωτογράφοι/φωτορεπόρτερ ξεκινούν τη σταυροφορία με τις πολλές και βαριές "κοινωνικές καταγγελίες": πόρνες απ' τη Σιβηρία, μαφιόζοι σε μια βραδιά στο καζίνο α λα "Ιστορία της Ο", αμέτρητα ενσταντανέ από κουφάρια σε κάποιον από τους εμφύλιους που μαίνονται στην Αφρική, ξεχαμένοι επαναστάτες, γυναίκες που "ζουν με τις ρυτίδες τους", βενζινάδικα α λα "Καφέ Μπαγκντάντ". Μόνο που τις προσπάθειες, όλο αυτό θυμίζει τον κόσμο της διαφήμισης, τα πρόσωπα και τα "κόνσεπτ" του δημιουργικού τν εταιρειών που προσπαθούν να κάνουν τη διαφήμιση να μιμηθεί πειστικά την τέχνη. Αυτά τα αδιάκοπα επαναλαμβανόμενα φωτογραφικά "ντοκουμέντα μιας εποχής" γίνονται όλο και πιο άγρια, καθώς τα θέματα εκλείπουν  και οι ενδιαφερόμενοι να απαθανατίσουν μια στιγμή γίνονται όλο και πιο πολλοί. Η αγριότητα εξασφαλίζει την προσοχή του εκδότη και λειτουργεί θετικά στις πωλήσεις, χωρίς φυσικά να αλλάζει το ποσοστό ή την ποιότητα της κοινωνικής ευαισθησίας. Ο "Όλιβερ Τουίστ" μεταλλαγμένος περπατά και πάλι δίπλα μας, σ' ένα μελόδραμα που σκοπό έχει να προμηθεύσει το συγκινημένο κοινό με μπόλικη μετάνοια, παρθενικά βαιές τύψεις και μια καλά και βαθιά εδραιωμένη αδιαφορία.

Αυγή, 2001

©

OI ZHTIANOI

Οι πληγές που επιδεικνύουν οι ζητιάνοι είναι συχνά ανυπόφορες: κομμένα πόδια, σημάδια αρρώστιας στο σώμα, λεκέδες στο δέρμα που δημιουργούν φρίκη. Αυτά τα ζωντανά μνημεία του τρόμου έχουν τους ακρωτηριασμούς και τα σημάδια ως πολύτιμα εργαλεία.
Τα όπαλ τους είναι η ασχήμια, προτείνοντας μια αντιαισθητικη, αντι-ταξική "παραμόρφωση" ενάντια στη λογική του κυρίαρχου κοινωνικού φρονήματος. Τοποθετούνται υπέρ μιας μεσαιωνικού τύπου διαχέιρισης του "άρρωστου", που δεν έχει ακόμη μετακινηθεί προς τους τόπους "επεξεργασίας" και/ή απόρριψής του. Από την άλλη, το δέος της αταξικής ασχήμιας που προτείνουν, καταρρέει εξαιτίας του επαγγελματισμού στη διαχείρισή του και της εξάρτησης από μια φιλανθρωπία μακριά από τους χώρους εδραίωσής της, δηλαδή τις εκκλησίες.

Αυγή, Μάρτιος 2003

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Τα 27 χρονια της “17 Νοέμβρη” και το νέο “Πανοπτικόν”


Ένα καυτό καλοκαίρι μας επιφύλαξε η συνεργασία της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και της λαλίστατης οργάνωσης “17Ν”. Από τις ομολογίες, τα πηγαδάκια, το τηλεοπτικό κουτσομπολιό και τα ρεπορτάζ, διαπιστωσαμε, πρώτον, ότι πρέπει καποτε η Ιστορία και η Ψυχιατρική να ασχοληθούν με τις περιπτώσεις των παιδιών αγωνιστών, εξορίστων και γενικά ανθρώπων που διώχθηκαν επί σειρά ετών για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, καθώς αυτά στην ενήλικη ζωή τους είναι δυνατόν να παρουσιάσουν σημάδια επιθετικότητας, κατάθλιψης και αδυναμίας συναισθηματικής επένδυσης. Δεύτερον, ότι ακόμη και τα “αρσενικα” της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αναμασούν τα κλισέ που τους θέλουν “οικογενιεάρχες που δεν ανακατεύουν τα θηλυκά της οικογένειας σε ζητήματα όπου χρειάζεται μυαλό” (όπως οι Σικελοί μαφιόζοι.) Τέλος, επιτακτική είναι η ανάγκη να απαντήσουμε έντιμα στο ερώτημα αν όντως η Ελληνική κοινωνία υποστήριζε τη 17Ν. Ένα ερώτημα που θυμίζει ενα άλλο, παλιότερο και εξίσου σημαντικό, και αφορά στη στήριξη (έστω και σιωπηρά) ή μη του ελληνικού λαού προς τη δικτατορία των συνταγματαρχών: “του Έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει” και όλοι έσπευσαν να δηλώσουν “αντιστασιακοί” μετά την πτώση του καθεστώτος, πλην όμως επί σειρά ετών δεν ήταν σπάνιες οι αναφορές στα “λεφτά που φτιάξαμε” επί επταετίας και στην “ησυχία που είχαμε.”
Σωτήριο για τη συλλογική μυθολογία του έθνους υπήρξε το γεγονός ότι οι συζητήσεις περί αντίστασης σταμάτησαν και το ζήτημα κουκουλώθηκε συσκοτίζοντας τη μνήμη καθώς και μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Τώρα που ηλεκροτλόγοι και μηχανικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και επαναστατημένα αντι-Καντιωτικά παπαδοπαίδια αποκάλυψαν τη δράση τους, εκτός από το θυμό για την “πτώση των τυράννων”, πρέπει να δούμε πόσο εξέθρεψε το όραμα της τρομοκρατίας η ίδια η Ελλάδα και η πολιτική κατάσταση, και να το παραδεχτούμε. Νομίζω πως ο επαναστατημένος Βαλκάνιος “γέννησε” και στήριξε τη 17Ν, έζησε στη σκιά των επιλεγμένων χτυπημάτων της ωσαν να μην είχε άλλη δυνατότητα, και με ρίγη ευχαριστησης επέτρεψαν, λαός και κρατικοί φορείς, σε μια ομάδα, να υπαγορεύσει επί σειρά δεκαετιών την ταξινόμηση των πολιτών σε καλούς και κακούς και την πρωτόγονη “τιμώρηση” των δεύτερων, καθώς και τη συσκότιση της κρίσης όλων με την έξυπνη διαφημιστική “καμπάνια” της ιδιοποίησης των μοιραίων επαναστατικών “συμβόλων” Τσε Γκεβάρα και Άρη Βελουχιώτη. Ο “πατήρ” Καρολος Μαρξ ήταν το τρίτο μέλος στο πάνθεον των ηρώων που ενεπνεαν τα μέλη της οργάνωσης, διά των θεωριών του οποίου εκπορεύθηκε η επαναστατική δράση των “απροσκύνητων” ινδαλμάτων. Η ονοματοδοσία της οργάνωσης ήταν μια ακόμη έξυπνη κίνηση για προφανείς λόγους. Η “17Ν” μέσα από την παρωχημένη και περιορισμένη αντίληψη των μελών της για τον κόσμο, προσπάθησε να πείσει, όπως όλοι οι μηχανισμοί του αυταρχισμού, ότι αποτελεί τη φυσική συνέχεια, τον κύριο, μοναδικό και πιο κατάλληλο εκφραστή θεωριών και πράξεων των ανθρώπων που προαναφέρθηκαν, ονομάζοντας διά της βίας τη δράση της “επαναστατική”, θεωρώντας ότι αυτό νομιμοποιεί και τις μεθόδους της. Στα είκοσι-επτά χρόνια της δράσης της “17Ν”, ένα πραγματικά μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μέλη της βγήκαν στη “σύνταξη”, αποσύρθηκαν πέθαναν, έκαναν παιδιά κι εγγόνια, πολλές αλλαγές συνέβσαν και στη χώρα. Το κλίμα της εποχής που “έθρεψε” τη “17Ν” ήταν (μεταξύ άλλων) η Πολιτιστική της Μελίνας, η Αθήνα των τεράστιων μπλε λεωφορείων και των πρώτων μέτρων κατά του νέφους, η εποχή της δόξας του χιούμορ του Χάρυ Κλυν και ταινιών όπως “Από πού πάνε για τη χαβούζα;”, της πίστης στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, της Παπανδρεϊκής συμπαράταξης με τον τρίτο Κόσμο, άμα δε και με τη μυθολογία της Αργεντινής μετά τον περίφημο ξανθό γάμο του, των υποχρεωτικών καυγάδων στα αμφιθεατρα την εποχή των φοιτητικών εκλογών, και των εκφρασμένων επιθυμιών περί “κατάργησης του Πανεπιστημίου”, μερική εφαρμογή του οποίου ήταν η επίδειξη αδιαφορίας ή η ενεργητική προσβολή του χώρου διά της ζωγραφικής και συνθηματογραφίας στους τοίχους, η εποχή της προσήλωσης στις αδυναμίες της φυλής και της ηθελημένης περιθωριοποίησης της χώρας, της υπερήφανης συμπαραδήλωσης “είμαστε Βαλκάνιοι” (μέχρι που άνοιξαν τα σύνορα βαλκανικά και ευρωπαϊκά, και επιθυμήσαμε τη διαφοροποίηση...) Ίσως η φράση “τέλος εποχής” διά χειλέων Κ. Σημίτη να μην είναι και τόσο άστοχη, έστω κι αν αποτελεί μέρος μιας σκέψης που υπονοεί την αρχή “μιας νέας εποχής” εκφρασμένης μέσω των επιλογών και του προσώπου του ιδίου (...)
Τέλος, αυτό το καλοκαίρι ειναι “ιστορικής σημασίας” και για κάποιον άλλο λόγο: βλέπουμε και στην Ελλάδα μια “εκλεπτυνση” των διαδικασιών και του προφίλ των αστυνομικών μεθόδων, από τη μυολογία του τραμπουκισμού στο νέο “Πανοπτικόν” των φυλακών ασφαλείας, και στην τεχνογνωσία που έφερε και στη χώρα διαφορετικό ύφος, ανάλογο της πραγματικότητας της διενέργειας πράξεων τρομοκρατίας. Οι φυλακές, ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης, η προσαγωγή των κατηγορουμένων (αυτοκίνητα, συνοδεία, ταχυτητα, σχετική μυστικότητα, απόσταση), οι συνθήκες κράτησης, η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων, το ειδικό αστυνομικό σώμα και αυτό των δικαστικών λειτουργών που ασχολείται με την υπόθεση της τρομοκρατίας, όλα αποτελούν μέρος ενός νέου τυπικού, βασικοί όροι του οποίου είναι ο ορισμός του νέου εγκλήματος της τρομοκρατίας και ο χειρισμός του, με μια a priori δικαίωση των πρακτικών αντιμετώπισής του. Με άλλα λογια, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και προς το συμφέρον μας η μελέτη των νέων ενισχυμένων μηχανισμών καταστολής.

Αυγή, 4/8/2002

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

ΣΤΟ Μ.Ν.Ι.Τ.Σ.

-Να πάτε να κάνετε ακτινογραφία, και θα τα πούμε μετά.
-Εντάξει γιατρέ μου, δεν αργώ (χαχα) θα σας δω σε λίγο (χαχαχα).

-Από πού πάω για το ακτινολογικό;
-Στον πρώτο και μετά αριστερά, θα δείτε τις πινακίδες.
-Ευχαριστώ.

Ακολουθώ το ρεύμα, που ανεβαίνει με πάνινα τσαντάκια με τις φίρμες των φαρμακείων. Δεν ξέρω ακόμη, ότι λίγη ώρα αργότερα θα διάβαζα, για να περάσει η ώρα, όσες ετικέτες περισσότερες μπορούσα: Φαρμακείο Παπακυριάκη-Νέα Σμύρνη. Φαρμακείο Τσιτσογιάννη Μεταμόρφωση. Φαρμακείο Ποντικομούρη, Νέα Φιλαδέλφεια (πεινάω, αλλά δεν αφήνω το πόστο μου, αρχίζω και ονειρεύομαι όρθια απ' τη ζέστη και την αναμονή.)
Ανεβαίνω στον πρώτο, ακολουθώ τις πινακίδες, βγαίνω σ' ένα ξέφωτο, περνάω το γκισέ με τις δύο ουρές (κάτι σαν νοσοκομειακή παραλλαγή της γάτας με τις εννιά ουρές και φυσικά του Σατανά που κυβερνάει όλες τις ουρές του πλανήτη δίνοντας μια πρόγευση απ' το κολαστήριο).
Νιώθω μάτια να μ' ακολουθούν, αρχίζω και νιώθω μια μικρή παράνοια, μου φαίνεται ότι τα μάτια δείχνουν πρώτα έχθρα και μετα μιαν απρόσμενη ειρωνία...Δε δίνω σημασία (κακώς) και στρίβω δεξιά σκεπτόμενη μερικά καλά λόγια για το Ε.Σ.Υ. που εχει διώξει τις ουρές...Πάω και λέω "έχω έρθει για μια ακτινογ..." "Παραπεμπτικό έχετε;" "Θα πληρώσω μετά", λέω η γενναιόδωρη. "Ναι, σας εξηγώ," (όχι δε μου εξηγεί, μου λέει, διότι μόλις αρχίσαμε τη συζήτηση, πότε πρόλαβε να μου εξηγήσει...; Και μου τα λέει δυ-να-τά και κα-θα-ρά 'οπως στα παππούδια.) "Σας εξηγώ κυρία μου," (κερί και λιβάνι) "ότι χρειαζεστε παραπεμπτικό." Οι λέξεις σαν πολυβόλο σε ταινία με τον Πρέκα μου επαναφέρουν μνήμες, και, όπως σε ταινία με τον Πρέκα, θυμάμαι...θυμάμαι...θυμάμαι ουρές και πτέρυγες, χαρτιά ροζ και άσπρα, και "από δω όχι σ' εκείνη την ουρά, εδώ ελάτε", και με πιάνει απορπισία.
Δε θέλω να το περάσω αυτό, ανθρώπινη αντίδραση η αποφυγή του πόνου, και κάνω το κορόϊδο: "Πώς ειπατέ;" "Είπα κυρία μου, θα πάτε έξω.." "'Οταν λέτε έξω;" "Εκεί στο γκισέ, θα πάρετε παραπεμπτικό και θα ξανάρθετε... Ο επόμενος!"
Θέλω να φωνάξω, να χαστουκίσω, να πω ακατάληπτες φράσεις "αγκνιαγκνιαγκνιασουγ@..σωθειάσουοΔίαςσταδι@λ@" και άλλα πολλά, αλλά στρίβω και πάω στο γκισέ. Στήνομαι μουτρωμένη στη μια ουρά, και ένα λαδικό μου λέει: "στρατιωτικός;" Δεν απαντάω, θεωρώντας ότι κάποια βρίσκεται σε παραλήρημα. Κοιτάζω αγέρωχα μπροστά. "Στρατιωτικός;" ξαναρωτάει η μαντάμ και μαζί της ακούγονται κι άλλες φωνές να ρωτάνε το ίδιο ακατάληπτο πράγμα. Λέω μέσα μου, σκουπίζοντας ένα δάκρυ συναισθηματικής φόρτισης, "Μα τι τους δίνουν πρωι-πρωί;" και κοιτάζω αγέρωχα εμπρός.
Ένα χέρι με σπρώχνει απ' το μανίκι: "Εδώ εξυπηρετεί στρατιωτικούς. Για τους άλλους ασφαλισμένους η δίπλα ουρά..." Με κοιτάζει εξεταστικά το αιωνόβιο δέντρο, να δει την αντίδραση της νέας γενιάς στα εντυπωσιακά νέα. Μαζεύω το χερι μου που πάει να πεταχτεί μεχρι τη μούρη της να τη χαιρετήσει, και λέω με μπλαζέ ύφος, "Α, ναι, αφηρημένη..." Δεν το χάβει η παλιά καραβάνα (στρατιωτικό αστείο εκδίκησης) και πάω να πάρω χαρτί από το μηχάνημα. "Μέχρι το 100 εξυπηρετούν, οι άλλοι αύριο", πετάει βελάκια στην πλάτη μου η χήρα ταξιάρχου.
Κινείται ταυτόχρονα και ένας άλλος ασφαλισμένος αίλουρος προς το μηχάνημα, αλλά δε σηκώνω αστεία. Εγώ έχω πάρει ταξί στη Νέα Υόρκη από άλλους βραδιάτικα, στο κέντρο της πόλης, δεν αστειεύομαι σε θεματα προτεραιοτήτων. Παίρνω χαρτί, λέω "εγώ το 69 δεν το δείχνω, κάτι πιό σεμνό υπάρχει;"
Σε λίγο, καθώς κόβω βόλτες σαν τον Σόν Κόννερυ σε περιπολία στους "Αδιάφθορους", βλέπω ότι ένας απογοητευμένος και πεπλανηθείς έφυγε κι άφησε το 60 απάνω στο μηχάνημα. Το παίρνω και βάζω πάνω στο μηχάνημα το 69. Μια κυρία κάτι λέει γι' αυτούς που κόβουν χαρτάκια και τα αφήνουν και τα παίρνουν κάτι άλλοι, αλλά μετά από λίγο σταματάει γιατί είαστε στρατιά ολόκληρη (στρατιωτικό αστείο) από αλλαγμένους λαχνούς, εμείς οι εξωτερικοί ασφαλισμένοι, χωρίς διάθεση για πειθαρχία και ήθος στη μάχη. Απλά παραστρατιωτικά πλιατσικο-σωματα με πολλή τσαντίλα, οπότε το σταματάει το βιολί...
Υποτίθεται ότι με τα ΑΜΚΑ, ταυτότητες, βιβλιάρια και χαρτιά γιατρών, θα 'πρεπε να παίρνεις το παραπεμπτικό απ' το τάμπλετ σε ντε-τε...Αλλά όοοοχι...Εδώ σε κοιτάνε. Και μετα το ΑΜΚΑ. Και μετά τη φωτογραφία σου: "ενταξει έβαλα μια προ 20ετίας...So;" τρέμω τη στιγμή που θα μου πει "ναι, αλλά...βλέπετε...το μηχάνημα...ο αριθμός...η μούρη σου...δεν ξέρω...να ρωτήσω τον προϊστάμενο...Ζαφειρούλα πού πήγε ο Βαγγέλης;" "Τώρα, έρχεται." (μουρμουριστά) "Πήγε διάλειμμα;" "Όχι, έρχεται, εδώ για μια υπογραφή πήγε." "Στον τμηματάρχη;" "Όχι." "Η Λεμονίτσα το ξέρει; Μας είπε η διευθύντρια μπλα μπλα μπλα...(σε μένα) Περιμένουμε". Ή "Περιμένετε, καθήστε λίγο, θα έρθει." "Μα..." "Καθήστε, ΔΕΝ ΘΑ ΑΡΓΗΣΕΙ!" "μα περίμενα..." "Εντάξει, θα ξανασταθείτε στην ουρά..." Δεν το 'χω ξαναδεί αυτό: "για κάθε λάθος στην ουρά, ξαναστέκεσαι απ' την αρχή", κάτι σαν "Πίστωσις δεν δίδεται" είναι γραμμένο τιμωρητικά με κεφαλαία.
"Με συγχωρείτε να κάνω και 50 πους-άπς; Έτσι, χάρη σας το ζητάω. Για να μάθω η κακούργα."
Όλοι κάνουν δεξιά κι αριστερά απ' την ετοιμόρροπη ουρά να δούν ποιά βγήκε στην αναφορά (στρατιωτική αστείο νεοσυλλέκτων) κι αρχίζει το σουμουτουψουμουρουσου στους θαμώνες που βαριόσαντε σα διαόλοι κι έιχανε μουργιελιάσει δυό ώρες στην ουρά. 
Περιμένοντας, με το θαυματουργό χαρτάκι στο χέρι, διαβάζω τα ονόματα και τις περιοχές των φαρμακείων στις τσάντες με τα ατελείωτα βιβλιάρια και τις συνταγές, και σκέπτομαι μισο-ναρκωμένη τον Μαρσέλ Προυστ και τα ονόματα τόπων.
Για μεγαλύτερη διασκέδαση, προσπαθώ να βρω αντιστοιχίες στις ζωες όλων αυτών των απόστρατων ή των χηρών τους, με την ταινία του Λογοθετίδη. Πόσες σύζυγοι και θυγατέρες παρέμειναν πιστές και ταγμένες στο βωμό του κώδικα ηθικής μιας οικογένειας και ενός επαγγέλματος που επέβαλε μετακομίσεις και κανόνες συμπεριφοράς;
Ο "Βαγγέλης" επέστρεψε και κάλεσαν πάλι την κλάση μου ('νταξει δεν μπορώ να αντισταθώ...) στο γκισέ. Μετά τις δέουσες εξηγήσεις, και μιάμιση ώρα μετά την περήφανη είσοδό μου στην ουρά, φεύγω να πάω για την ακτινογραφία. "Ντιν-ντον" κάνει ένας πίνακας με ψηφιακά νούμερα, και βλέπω ότι "τώρα κάνει το 45". Εγώ, στο καινούργιο χαρτάκι, έχω 98. Ατελείωτοι γέροι με γοφούς, γόνατα, κνήμες, περόνες και ό,τι άλλο μεγάλο κόκκαλο έχει ο άνθρωπος στο οπλοστάσιο (το παράκανα με τα στρατιωτικά...) της ανάγκης για την Homo Erectus εμφάνισή του, σε κακή κατάσταση, περιμένουν τη μεγάλη στιγμή τους. Μια φωτογραφία, έστω και του μυοσκελετικού συστήματος, φέρνει κάτι από περήφανη πόζα "επ' ευκαιρία της επισκέψεως του συνταγματάρχου χχχχ στο στρατόπεδο μας...". Τέτοια και άλλα σκέπτομαι, κι έρχεται η σειρά μου. Μεσημέρι πιά. Πεινάω. Νυστάζω. Μπαίνω μέσα. Ετοιμάζομαι και περιμένω. "Παρακαλώ, μήπως έχετε μια ποδιά; Θα ήθελα μια ποδιά για την ακτινογραφία..." "Ναι, αλλά δεν έχουμε τέτοια πράγματα εδώ. Δεν υπάρχει. Τη θέλετε την ακτινογραφία;" "Πώς...Ναι, αλλά..." "Μα τι λέτε; Δεν έχουμε ποδιές. Εδώ δεν έχουμε άλλα κι άλλα." Με ακτινογραφεί ανφάς-προφίλ σαν κακούργο, μέσα μου έχω αρχίσει πάλι φανταστικούς διαλόγους-μονολόγους-πολυλόγους, βγαίνω και περιμένω.
Δεν είχα πόνο όταν έφτασα το πρωί. Τρεις ώρες ορθοστασία και βηματισμό αργότερα, είμαι έτοιμη για φυσιοθεραπεία και δυό αναβράζοντα παυσίπονα. Χώρια που μου φαίνεται ότι κόλλησα και συνάχι τόσες ώρες γκάχα-γκούχα ο ένας δίπλα στον άλλο.
Και γέροι. Πολλοί γέροι. Τρόμαξα. Αν έμπαινε κανείς εκεί μέσα, θα πίστευε ότι αυτη η χώρα έχει μέλλον μόνο γι' αυτούς που έχουν παρελθόν. Μεγάλο και καθόλου ένδοξο, γεμάτο υπομονή και φάρμακα.