Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Interactive Novel 19

"Όχι ρε παιδί μου, θα φάμε τώρα την αηδία που δε θα τρώγεται, και θα τ' ακούσω κι από πάνω! Αμάν ρε μάνα, δεν μπορείς μια στιγμή να υψώσεις ανάστημα;" σκεφτόταν η κόρη της Στέλλας ενώ την βοηθούσε να ξεπλύνει τα σιχαμερά κουζινικά της Λιλίκας. Το κρύο νερό δε βοηθούσε να καθαρίσουν τα λίπη, και η Λιλίκα με το Θανάση άρχισαν ν' αναρωτιούνται τι γίνεται και πόσο θ' αργήσει το φαγητό. Η Στέλλα εμφανίστηκε με την ποδιά της κουζίνας στην πόρτα του δωματίου όπου κάθονταν μάνα και γιος, και ρώτησε, τι υπήρχε για φαγητό στο σπίτι.
-Θα σφάξεις έναν κόκκορα, για τηνε πιστροφή της κοκκορόμυαλης," είπε κοιτάζοντας αστεϊζόμενος τη Λιλίκα.
Εκείνη γέλασε ευχαριστημένη, και είπε: -Ναι Στελλίτσα, έτσι να κάνεις.
Η Στέλλα βλαστημώντας υποχώρησε προς την κουζίνα, και άκουσε τη Λιλίκα να λέει: "Άσε Θανασάκο, θα πάω γω...Άντε εσύ απ' το θείο σου να πείτε καμιά κουβέντα μέχρι να γίνει το φαγητό."
-Σε πόση ώρα να 'ρθω; Έχω και δουλειές, δε θα βραδιαστούμε εδώ πέρα!"
-Ήρθες μια φορά στη μάνα σου, διέκοψε η Λιλίκα, και λυσσάς να φύγεις; Άσ' τις δουλειές!
-Τι μια φορά; Αφού ήρθαμε και παρ' ολίγο να μη σε βρούμε καθόλου!" απαντησε έκπληκτος ο Θανάσης.
-Άσε καημένε που δε θα με βρίσκατε! είπε κοφτά η Λιλίκα, και άρχισαν να γελούν μαζί μάνα και γιος, καταλαβαίνοντας το γελοίο της συζήτησης.

Ο κόκκορας σφάχτηκε και η Στέλλα ανέλαβε να τον μαδήσει, να βράσει νερό και να βάλει το άθλιο πουλερικό να βράσει με μερικά λαχανικά και λίγο ζυμαρικό ξεμεινεμένο μέσα στα ράφια της Λιλίκας. Αγανακτισμένη, κουρασμένη, αδιάφορη, έκανε με μηχανικές κινήσεις τα απαραίτητα. Όταν επιτέλους έκλεισε η πόρτα, κοίταξε τη Λιλίκα: -Λοιπόν μητέρα, καταλαβαίνεις τι πρόβλημα πήγες να δημιουργήσεις;
-Όχι, τι σου 'ρθε τώρα; απάντησε η λιλίκα.
-Μην κάνεις τη χαζή και τις κουτοπονηριές σε μένα μην τις δοκιμάζεις, είπε η Στέλλα θυμωμένα.
-Εγώ παιδί μου; Δηλαδή δεν έπρεπε να πάω στο μοναστήρι; Είχα τάμα για τα παιδιά...
-Τα παιδιά να τα αφήσεις απ'έξω! φώναξε η Στέλλα συγκρατώντας με κόπο την οργή της, ή μάλλον τη διάθεσή της να πετάξει όπου έβρισκε κατσαρόλες, πιάτα και κουτάλες, να μαλλιοτραβήξει τη Λιλίκα, και να εξαφανιστεί μέσα στη νύχτα...Σε ποιόν τα λες μητέρα αυτά; Σε ξέρω πιά πολλά χρόνια για να με ξεγελάς όπως κάνεις με το γιόκα σου, που είσατσε φτιαγμένοι απ' την ίδια στόφα...
-Γιος μου είναι και τον αγαπώ και τον καμαρώνω και δεν θα τον αφήσω να στενοχωρηθεί!  Το παιδί μου με βοηθάει, ναι, το παραδέχομαι, αλλά εγώ έχω και το δικό μου κομπόδεμα, και πήγα με δικά μου λεφτά, δι-κά-μου, στην εκδρομή! Και θα πάω κι άλλες αν θες να ξέρεις, γιατί το γέρο τον έθαψα, το παιδί μου το μεγάλωσα και το 'κανα πετυχημένο άνθρωπο, και τώρα είμαι ελεύθερη! Τέρμα η Λιλίκα που την έδερνε ο γέρος, που την έβριζε η παλιόγρια κι έφευγα νύχτα σαν την τρελλή απ' το σπίτι...Καθόταν η γριά, πώς το θυμάμαι σαν τώρα, απάνω στο μπαούλο που 'χα δυό νυφικά ρούχα, σιγά τα κουρέλια, και ούρλιαζε σαν την κουκουβάγια όλη τη νύχτα, δίπλα στο κρεβάτι μου...Έκλαιγε η σκατοχωμένη, έκλαιγε και θρηνούσ επου πήρε εμένα νύφη! Να όμως που την έθαψα κι αυτήν, κι είμαι ελέυθερη! Κοριτσάκι ήμουνα, τι ήξερα απ' τον κόσμο κι απ' τη ζωή, και μ' έδωσε η μάνα μου στο άντρα μου, γιατί είχε κι άλλα παιδιά να ταίσει, κι εγώ έπεφτα βάρος. Ξαναπαντρεύτηκε...Τ' αδέρφια μου μ' αγαπάνε, αλλά δε με νοιάζει, εγώ γάμο τότε δνε ήθελα! ήθελα να παω σχολείο! Μ' άρεσαν τα γράμματα! ¨ημουνα καλή, αλλά έπρεπε να δουλέψω στα χωράφια...Τώρα ξόφλησα, και θα κάνω ό,τι θέλω! Τ' ακούς κυρα-Στέλλα;
-Το ακούω και φρίττω, είπε σιγανά η Στέλλα. Ούτε στο ελάχιστο δνε πήρες απ' τη μάνα σου ή απ' τις αδερφές σου...Θα 'ναι το σόϊ του πατέρα σου που μιλάει...
-Σκοτούρα που το 'χα..., είπε η Λιλίκα. έβρασε αυτό;, ρώτησε αδιάφορα, σαν να μην είχαν προηγηθεί όλες οι εξομολογήσεις και όσα διαμοίφθηκαν ανάμεσα σε κείνη και τη νύφη της.
-Δεν ξέρω, αιφνιδιάστηκε η Στέλλα, που είχε ξεχάσει και το βραστό και την κόρη της, για λίγο. Κοίταξε μηχανικά το πουλερικό που μελαγχολικά κόχλαζε μέσα στην κατσαρόλα, και είπε στη μικρή: -Άντε βάλε τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα στο τραπέζι, κλείνοντας και το μάτι ταχύτατα, πράγμα που σήμαινε, βαριέσαι δε βαριέσαι κάνε το σε παρακαλώ, γιατί αλλιώς θα τα πιάσει η Λιλίκα, και Κύριος οίδε αν έχει πλυθεί, είμαι και κουρασμένη...





Δεν υπάρχουν σχόλια: