Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Πάω στην εφορία πρωινιάτικα για τον κλειδάριθμο, που ήδη με αγριεύει ως όρος και μου φέρνει σε H.P. Lovecraft, ότι δηλαδή έχουνε έρθει οι Κ'θούλου, κι άμα δεν έχεις αυτό το μυστήριο πράμα θα σου φάνε τα ποδάρια σαν τον καρχαρία, και μπαίνω στο κτίριο.

Τεχνηέντως ζμπρωχνόμαστε με άλλους καμιά κοσαριά ιδρωμένους και ασθμαίνοντες, δήθεν "δε σας κατάλαβα", για μια θέση της προκοπής στο ασανσέρ, ήτοι, να μπεις τελευταίος και να βγεις πρώτος για να κόψεις το νήμα στην ποδιά του υπάλληλου. Το ασανσέρ αργεί, πολύ σαλίγκαρος μιλάμε, και το κόβω ποδαράτα στον τρίτο, λέω θα πάω πριν απ' τους άλλους, πονηρός ο βλάχος, θα τερματίσω και θα παίξει κι η μουσική του Βαντζέλις στην είσοδό μου. Θα πω "δώσε μου τον κλειδάριθμο κυρία" με ύφος Νίκου Ξανθόπουλου, και θα φύγω περήφανα.

Φτάνω στον τρίτο, και βλέπω την ουρά. Μέχρι έξω. Και ψελλιζω, "εδώ..." και με αγριοκοιτάνε "ΝΑΙ!!!". Πάω στην υπάλληλο, αφού ανακοινώνω προς όλους που μου σφυρίζουνε με ύφος κακιασμένο "δεν έχει νούμερα! δεν έχει νούμερα!", "εμείς είμαστε απ' τις έξι", "τράβα και θα δεις", "με συγχωρείτε, δεν παίρνω τη θέση κανενού, να αρωτήξω θέλω". Και ακολουθεί η σουρεάλ διαπίστωση της ημέρας:
-Καλημέρα σας, πώς θα πάρω κελιδάριθμο;
-Δουλεύω κυρία μου...
-(πετάγεται η εξυπηρετούμενη σαν το πορδοβούλωμα) Αφήστε να εξυπηρετηθώ εγώ που εξυπηρετούμαι, και μετά ρωτάτε!
-(λέω) Επειδή είμαι με το παιδάκι μου εδώ, να ρωτήσω, ένα λεπτό...
-Τι θέτε κυρία μου;
-Κλειδάριθμο...
-Δεν υπάρχουν νούμερα!
-Μα...
-Ναι;
-Θα περιμένω.
-Μέχρι πότε;
-Μέχρι το μεσημέρι.
-Μέχρι τι ώρα το μεσημέρι;
-;;;;
-Σας ρωτάω: μέχρι τι ώρα το μεσημέρι;
-Δεν ξέρω... μέχρι...
-Το ξέρετε κυρία μου, ότι μόλις τελειώσει το ωράριό μας εμείς φεύγουμε; Πάμε σπίτια μας!
-Το ξέρω.
-Ε τότε εσείς πώς θα περιμένετε; Εμείς θα φύγουμε. Ποιός θα σας εξυπηρετήσει;
-.......................................
-Γι' αυτό σας λέω: μέχρι τι ώρα θα περιμένετε;;;

Αχ, λέω, ας με τσιμπήσει κάποιος, έστω και η χοντρή που με αγριοκοιτάει, διότι δεν μπορεί να ακούω αυτά που ακούω.

Η μέρα συνεχίζεται χαρούμενα στο ΚΕΠ. Όπου κανένας δε σου λέει ότι η εξουσιοδότηση δε χρειάζεται ουρά. Συμπληρώνεις την αίτηση και τη δίνεις. Παίρνω χαρτάκι "γενικά θέματα." Μετά από λίγο υποπτεύομαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Πλησιάζω τον αξύριστο παχουλό πίσω απ' το γκισέ.
Έχει ανοίξει ένα στόμα-πηγάδα απ' το χασμουρητό, και κάθεται άπρακτος και αδρανής, ενώ υπάρχουν ουρές. Τρεις υπάλληλοι δεν κάνουν το παραμικρό, απλά κοιτάνε τα ζώα που μπαίνουν και πάνε να στηθούν στις καρέκλες.
-Για την εξουσιοδότηση στα "γενικά θέματα;"
Δε μιλάει, με κοιτάει, έχει πολύ μεγάλες βλεφαρίδες. Ανοίγει τα μάτια και ανεβάζει τα φρύδια σε ένδειξη "όχι". Ξαναρωτάω. Ξανα-απαντάει με τον ίδιο τρόπο.
-Να πάρω χαρτάκι για την άλλη ουρά;
Ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Πιο σφιχτά, σε ένδειξη "ναι". Ξαναρωτάω για να τον κουράσω. Ξανακλείνει τα βλέφαρα με τον ίδιο τρόπο. Ανακοινώνει στους διπλανούς: "Πάω για νερό." Φεύγει. Παίρνω χαρτί, κάθομαι, περιμένω. Μετά από δέκα λεπτά, τον στέλνουν να εξυπηρετήσει. Κάτι λέει με μια μαύρη κοπέλα. Εκείνη στο τέλος λέει: "Ναι, τελικά η Μάλικα και η Μαρία είναι το ίδιο." Της απαντάει με το χαμόγελο που έκανε τη μάνα του να τον ταίζει και τρίτο πιάτο κρέμα: "Το ίδιο; Δηλαδή... Κώστας και Βασίλης είναι το ίδιο;" Η κοπέλα φεύγει. Ο τύπος μένει και κοιτάζει ευχαριστημένος ίσια μπροστά. Πίσω μου δύο μιλάνε μεταξύ τους, δεν εξυπηρετούν. Πάω και ρωτάω: "Για εξουσιοδότηση...κλπ., κλπ." "Εδώ σε μένα", λέει ο ένας, λιγάκι ενοχλημένος, αλλά καλού-κακού, σου λέει ας την εξυπηρετήσω μην αρχίσει τα παράπονα. "Συμπληρώστε το έντυπο και δώστε το μου. Μα γιατί περιμένατε και δεν ήρθατε κατευθείαν να σας εξυπηρετήσω;;;"
Του κάνω κι εγώ με τα μάτια γουρλωτά και τα φρύδια ανεβασμένα: "δεν ξέρω κοπρίτη..." Καταλαβαίνει μόνο τις πρώτες δύο λέξεις. Στη μιμική των ματιών, το κοπρίτης μένει δυστυχώς αμετάφραστο.
 







Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

ΚΛΑΙΕΙ Ο ΙΝΤΕΡΝΕΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ...

...για το Γουορχωλάδικο, πουλάει δήθεν μνήμες οf a trash existence, πιστεύει ο καθείς ότι ζει την πρωτοπορία ανάβοντας κεριά στον άνθρωπο που μιμήθηκε την πρωτοπορία (πώς έλεγε -έτσι το 'χει ο μύθος- ότι η Λαμπέτη έλεγε πως η Βουγιουκλάκη μιμείται, δεν παίζει.)

Γούστα είναι θα μου πείτε, και έχει βάλει μέγα λίθο και ο Άντυ στη μοντέρνα, μοντερνίζουσα, μοντερνοειδή, μεταμοντερνίζουσα τέχνη.

Οι σχέσεις του Γουώρχολ με την πρωτοπορία και την ανατροπή σταμάτησαν νωρίς, ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι του γουστάρει. Αλλά το Φάκτορυ, περισσότερο ως έργο τέχνης, παρά ως αξιόλογη πραγματικότητα θα 'πρεπε να το δει κανείς, όπου ως άλλος Λωτρέκ, ο  Γουώρχολ σκηνοθετούσε τον εαυτό του μέσα στην "αμαρτία". Ένας μίμος-μπήτνικ που εν πάση περιπτώσει δεν έχει καμιά σχέση με τα wannabees που λυμαίνονται τέχνες και θεωρία στην ημεδαπή επί δεκαετίες, ως τάχα μου υπάρξεις που μόνο σ' ένα Φάκτορυ και ένα Τσέλσυ hotel μπορούν να ζήσουν πραγματικά.

Τέτοιες ψευδαισθήσεις όμως αναπτύσσει όποιος ζει in the closet και περιμένει την έλευση του Άντυ με τη ρομφαία για να κάνει το coming out αποενοχοποιημένα.

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Για τον Κ.Π.Καβάφη (On K.Kavafy's erotic poetry)


Ο Κ.Π. Καβάφης, ο Αλεξανδρινός με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, μέσα από το έργο του, γίνεται η Αλεξάνδρεια, παλιά και νέα. Αναζητώντας το δικό του στυλ, πράττει –κλείνοντας το μάτι σχεδόν ειρωνικά σε μια απαγορευτική κοινωνία όπως εκείνη της εποχής του- κάτι υψηλό και θαρραλέο: παίρνει στους ώμους του την πόλη της Αλεξάνδρειας κινούμενος ως εκκρεμές από την Ελληνιστική εποχή της [πόλης] ως τις μέρες του.
Τα Ελληνιστικά χρόνια, με την αισθησιακή «συμπλοκή» της ενατένισης του Ωραίου με το νοσηρό του θανάτου και το λογικό παρεπόμενο της μελαγχολίας, προσφέρει στον ποιητή διέξοδο διά των συμβόλων, στυλιστικά, προσωπικά, αλλά και στην έκφραση της σεξουαλικής του ταυτότητας.
Η ποίησή του, όπως τα εξωραϊσμένα νεκρικά πορτραίτα, τα Φαγιούμ, και τα επιτύμβια επιγράμματα, μιλούν με εκζήτηση για τις αδυναμίες του ποιητή: την αδυναμία του να εκφράσει κάτι άλλο η ποίησή του από την αγάπη για τα νεανικά σώματα τα γεμάτα χυμούς και ορμή, όπως για παράδειγμα στη «Θάλασσα του πρωιού». Εκεί, η φύση, όπως παρουσιάζεται στα μάτια του Καβάφη ένα ήσυχο, λαμπερό πρωινό, παίρνει στα μάτια του τη μορφή και τις ιδιότητες ηδονικών σωμάτων. Και, ίσως, ηδονικών συνευρέσεων, που ορκίζεται να πολεμήσει, που θέλει να ξεχάσει, και τις οποίες, καθώς περνούν τα χρόνια, πασχίζει εντέλει, να θυμηθεί...
Γράφει για νέους πολεμιστές, ευγενείς, που υπέφεραν, πρίγκιπες που δολοφονήθηκαν (π.χ. Καισαρίων), που πέθαναν στον ανθό της νιότης τους. Αναρωτιέται πόσοι και αν τους αγκάλιασαν, αν αγαπήθηκαν. Φαντάζεται τις παρέες νεαρών που πίνουν, συναναστρέφονται ελεύθερα, και γλεντούν, σε άλλες εποχές, πλάθοντας μια ιδανική ουτοπία των Αλεξανδρινών χρόνων, εποχή όπου τοποθετείται το τελευταίο μέρος των «ιδανικών ερώτων» μεταξύ ανδρών, πριν η αίσθηση της «αμαρτίας» αλλάξει δραστικά όχι μόνο τη ματιά του κόσμου στο άτομο, αλλά και τη ματιά του ίδιου του ατόμου στον εαυτό του. Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη είναι η ίδια η έκφραση της αφηρημένης σύλληψης της κατάρρευσης, της παντοτινής αλλαγής. Η Αλεξάνδρεια είναι μια διαρκής υπόμνηση του θανάτου.
Το αλκοόλ και τα νυχτοπερπατήματα στα σοκάκια της πόλης, είναι η άλλη πλευρά του ερωτικού μέρους του έργου του. Εκεί, πρωταγωνιστές δεν είναι οι νεαροί ευγενείς που λες και ακόμη ακούγονται να γελούν αγνοώντας τη μοίρα του ανθρώπου μέσα στην αμεριμνησία της νιότης τους, αλλά οι νεαροί της εποχής του ποιητή, οι γηγενείς, πρόθυμοι να συνευρεθούν με ανθρώπους που αναζητούν (νυχτερινές) περιπέτειες, για κάποιο αντίτιμο. Πράξη που γίνεται με ρίσκο (το παράδειγμα του Όσκαρ Ουάϊλντ δεν είναι μακρινό τότε), εν γνώσει του ποιητή ότι θα ξεσπούσε μέγα σκάνδαλο αν η κρυφή ζωή του μαθευόταν.
Στο περιθώριο μιας κοινωνίας αυστηρής, ο Κ.Π.Καβάφης ταυτίζεται στις μυστικές του ώρες με τον ξεπεσμό της πόλης, και εκφράζει διά της ψυχικής του ταλαιπωρίας την άλλη πλευρά, εκείνη της Χριστιανικής ηθικής του γόνου μιας αξιοπρεπούς οικογενείας αστών. Πάντοτε στη σκιά της πόλης της Αλεξάνδρειας στο τέλος της Ελληνιστικής εποχής, με τις αναλαμπές της παγανιστικής επιτρεπτικότητας.
Et in Arcadia ego: ο ποιητής σβήνει, όπως τα πάθη σ’ ένα γερασμένο σώμα, όπως η πόλη στα δρομάκια της οποίας αντήχησαν γέλια και τα βήματα ενός ξεχωριστού κόσμου για πάντα χαμένου. Η ενατένιση της ομορφιάς μέσα από τη βαθιά συναίσθηση του αναπόφευκτου τέλους, αυτή η υπαρξιακή «κατάκτηση» της Ελληνιστικής εποχής, είναι το σημείο τομής του παρελθόντος με το παρόν ως «εκεί και τότε» του ποιητή.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Interactive Novel 19

"Όχι ρε παιδί μου, θα φάμε τώρα την αηδία που δε θα τρώγεται, και θα τ' ακούσω κι από πάνω! Αμάν ρε μάνα, δεν μπορείς μια στιγμή να υψώσεις ανάστημα;" σκεφτόταν η κόρη της Στέλλας ενώ την βοηθούσε να ξεπλύνει τα σιχαμερά κουζινικά της Λιλίκας. Το κρύο νερό δε βοηθούσε να καθαρίσουν τα λίπη, και η Λιλίκα με το Θανάση άρχισαν ν' αναρωτιούνται τι γίνεται και πόσο θ' αργήσει το φαγητό. Η Στέλλα εμφανίστηκε με την ποδιά της κουζίνας στην πόρτα του δωματίου όπου κάθονταν μάνα και γιος, και ρώτησε, τι υπήρχε για φαγητό στο σπίτι.
-Θα σφάξεις έναν κόκκορα, για τηνε πιστροφή της κοκκορόμυαλης," είπε κοιτάζοντας αστεϊζόμενος τη Λιλίκα.
Εκείνη γέλασε ευχαριστημένη, και είπε: -Ναι Στελλίτσα, έτσι να κάνεις.
Η Στέλλα βλαστημώντας υποχώρησε προς την κουζίνα, και άκουσε τη Λιλίκα να λέει: "Άσε Θανασάκο, θα πάω γω...Άντε εσύ απ' το θείο σου να πείτε καμιά κουβέντα μέχρι να γίνει το φαγητό."
-Σε πόση ώρα να 'ρθω; Έχω και δουλειές, δε θα βραδιαστούμε εδώ πέρα!"
-Ήρθες μια φορά στη μάνα σου, διέκοψε η Λιλίκα, και λυσσάς να φύγεις; Άσ' τις δουλειές!
-Τι μια φορά; Αφού ήρθαμε και παρ' ολίγο να μη σε βρούμε καθόλου!" απαντησε έκπληκτος ο Θανάσης.
-Άσε καημένε που δε θα με βρίσκατε! είπε κοφτά η Λιλίκα, και άρχισαν να γελούν μαζί μάνα και γιος, καταλαβαίνοντας το γελοίο της συζήτησης.

Ο κόκκορας σφάχτηκε και η Στέλλα ανέλαβε να τον μαδήσει, να βράσει νερό και να βάλει το άθλιο πουλερικό να βράσει με μερικά λαχανικά και λίγο ζυμαρικό ξεμεινεμένο μέσα στα ράφια της Λιλίκας. Αγανακτισμένη, κουρασμένη, αδιάφορη, έκανε με μηχανικές κινήσεις τα απαραίτητα. Όταν επιτέλους έκλεισε η πόρτα, κοίταξε τη Λιλίκα: -Λοιπόν μητέρα, καταλαβαίνεις τι πρόβλημα πήγες να δημιουργήσεις;
-Όχι, τι σου 'ρθε τώρα; απάντησε η λιλίκα.
-Μην κάνεις τη χαζή και τις κουτοπονηριές σε μένα μην τις δοκιμάζεις, είπε η Στέλλα θυμωμένα.
-Εγώ παιδί μου; Δηλαδή δεν έπρεπε να πάω στο μοναστήρι; Είχα τάμα για τα παιδιά...
-Τα παιδιά να τα αφήσεις απ'έξω! φώναξε η Στέλλα συγκρατώντας με κόπο την οργή της, ή μάλλον τη διάθεσή της να πετάξει όπου έβρισκε κατσαρόλες, πιάτα και κουτάλες, να μαλλιοτραβήξει τη Λιλίκα, και να εξαφανιστεί μέσα στη νύχτα...Σε ποιόν τα λες μητέρα αυτά; Σε ξέρω πιά πολλά χρόνια για να με ξεγελάς όπως κάνεις με το γιόκα σου, που είσατσε φτιαγμένοι απ' την ίδια στόφα...
-Γιος μου είναι και τον αγαπώ και τον καμαρώνω και δεν θα τον αφήσω να στενοχωρηθεί!  Το παιδί μου με βοηθάει, ναι, το παραδέχομαι, αλλά εγώ έχω και το δικό μου κομπόδεμα, και πήγα με δικά μου λεφτά, δι-κά-μου, στην εκδρομή! Και θα πάω κι άλλες αν θες να ξέρεις, γιατί το γέρο τον έθαψα, το παιδί μου το μεγάλωσα και το 'κανα πετυχημένο άνθρωπο, και τώρα είμαι ελεύθερη! Τέρμα η Λιλίκα που την έδερνε ο γέρος, που την έβριζε η παλιόγρια κι έφευγα νύχτα σαν την τρελλή απ' το σπίτι...Καθόταν η γριά, πώς το θυμάμαι σαν τώρα, απάνω στο μπαούλο που 'χα δυό νυφικά ρούχα, σιγά τα κουρέλια, και ούρλιαζε σαν την κουκουβάγια όλη τη νύχτα, δίπλα στο κρεβάτι μου...Έκλαιγε η σκατοχωμένη, έκλαιγε και θρηνούσ επου πήρε εμένα νύφη! Να όμως που την έθαψα κι αυτήν, κι είμαι ελέυθερη! Κοριτσάκι ήμουνα, τι ήξερα απ' τον κόσμο κι απ' τη ζωή, και μ' έδωσε η μάνα μου στο άντρα μου, γιατί είχε κι άλλα παιδιά να ταίσει, κι εγώ έπεφτα βάρος. Ξαναπαντρεύτηκε...Τ' αδέρφια μου μ' αγαπάνε, αλλά δε με νοιάζει, εγώ γάμο τότε δνε ήθελα! ήθελα να παω σχολείο! Μ' άρεσαν τα γράμματα! ¨ημουνα καλή, αλλά έπρεπε να δουλέψω στα χωράφια...Τώρα ξόφλησα, και θα κάνω ό,τι θέλω! Τ' ακούς κυρα-Στέλλα;
-Το ακούω και φρίττω, είπε σιγανά η Στέλλα. Ούτε στο ελάχιστο δνε πήρες απ' τη μάνα σου ή απ' τις αδερφές σου...Θα 'ναι το σόϊ του πατέρα σου που μιλάει...
-Σκοτούρα που το 'χα..., είπε η Λιλίκα. έβρασε αυτό;, ρώτησε αδιάφορα, σαν να μην είχαν προηγηθεί όλες οι εξομολογήσεις και όσα διαμοίφθηκαν ανάμεσα σε κείνη και τη νύφη της.
-Δεν ξέρω, αιφνιδιάστηκε η Στέλλα, που είχε ξεχάσει και το βραστό και την κόρη της, για λίγο. Κοίταξε μηχανικά το πουλερικό που μελαγχολικά κόχλαζε μέσα στην κατσαρόλα, και είπε στη μικρή: -Άντε βάλε τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα στο τραπέζι, κλείνοντας και το μάτι ταχύτατα, πράγμα που σήμαινε, βαριέσαι δε βαριέσαι κάνε το σε παρακαλώ, γιατί αλλιώς θα τα πιάσει η Λιλίκα, και Κύριος οίδε αν έχει πλυθεί, είμαι και κουρασμένη...