Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

ΤΙ ΖΗΛΕΥΟΥΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ



Οι γυναίκες ζηλεύουν, όπως όλοι, πολλά πράγματα. Υλικά αγαθά, ομορφιά, μπότοξ, πλαστικές, παπούτσια, έναν καλό πλαστικό χειρουργό, τα εικοσάποντα της Τζο Τόγκου, τα ψεύτικα στήθη που πάνε κόντρα στο νόμο της βαρύτητας απλανή και βυθισμένα στη Νιρβάνα σαν το Βούδα (κι ανάποδα να κρεμάσεις την ιδιοκτήτρια, αυτά στέκονται ψύχραιμα με το χαμόγελο της αιώνιας αυτογνωσίας), πισίνες, σπίτια (κυρίως το συνδυασμό αυτών των δύο), έναν άντρα με λεφτά -που θα δίνει τα λεφτά κι αυτές θα κάνουν παιχνίδι με τον ντελιβερά, και άλλα παρεμφερή. Πάνω απ’ όλα όμως, αυτό που ζηλεύουν μέχρι μίσους είναι η ελευθερία. Των άλλων. Γυναικών.
Δεν έχετε δει πώς έχει συρρικνωθεί η χαρά των γυναικών τώρα που η επιστήμη επιμήκυνε το προσδόκιμο ζωής των ανδρών; Παλιά δεν υπήρχαν τα διαζύγια, αλλά η μητέρα φύση είχε προνοήσει: οι άνδρες κάπνιζαν αρειμανίως, έτρωγαν τα πάντα, απόφευγαν το γιατρό και επωμίζονταν το στρες της επιβίωσης της οικογένειας. Το άθροισμα των προαναφερθέντων κάνει ένα ωραιότατο έμφραγμα, («αχ δε σε προλάβαμε Βαγγέλη μουουου»), εναλλακτικά ένα πνευμονικό οίδημα («αχ δε σε προλάβαμε Βαγγέλη μουουου»), άντε στα μεγάλα κέφια της εντατικής, και τα δύο μαζί, συνεπικουρούμενα από εγκεφαλικό («αχ δε σε προλάβαμε κλπ.»). Βεβαίως η «απελευθέρωση» (aka χηρεία) στην «ηλικία της ανάγκης», όταν δηλαδή υπήρχαν ακόμη ανήλικα τέκνα και αυξημένες οικονομικές απαιτήσεις, μόνο κατάρες μπορούσε να φέρει στον δειλό που αποδήμησε («που να μη σώσεις Βαγγέλη μου»). Ιδανικός χρόνος αναχώρησης για τον τόπο αναψύξεως ήταν μια πλέον προκεχωρημένη ηλικία, ώστε να προλάβει να δει και η καημένη η χήρα μια άσπρη μέρα χωρίς να ασπρίζει τα σώβρακα του «Βαγγέλη». Σύνταξη, περιουσία και με τα παιδιά μεγάλα, προς τι η σκλαβιά; «Όταν λευτερωθεί η Κρήτη...» θυμάμαι τραγουδούσε μια κυρία κάποιας ηλικίας κοιτώντας με λατρεία τον σύζυγό της όταν της πήγαινε κόντρα.
Η ελευθερία. Αυτό θέλουν οι γυναίκες. Ακόμη κι εκείνες που δεν ψυχανεμίζονται αυτή τους την επιθυμία. Ακόμη και οι πλέον οικόσιτες, οι πλέον εξημερωμένες. Γιατί επί της ουσίας η γυναικεία ψυχή, παρά το θρήνο και τον οδυρμό από αρχαίων χρόνων μέσω της τέχνης, και το κάλεσμα σε συμπαράταξη των ανδρών για να δουν πώς θα ηρεμήσουν το «Θηρίο», ουδείς άνθρωπος επιθυμεί τη σκλαβιά. Και πώς να συγχωρήσει μια γυναίκα την απώλεια της ελευθερίας της, όταν έχει περάσει από τα στάδια εξευτελισμού της πατριαρχίας: να κάνει το βλάκα, να κολακεύει τον ευκόλως πίπτοντα (...) «εγωισμό» του κάθε Βαγγελάκη, να υφίσταται ρατσισμό στην εργασία, να βλέπει την ευκολότερη ανέλιξη των αρρένων, να πηγαίνει απ’ τον πατέρα στο σύζυγο...Νομίζω ότι η μόνη περίπτωση εθελούσιας «εξημέρωσης» είναι σε σχέση με τα παιδιά. Το ψυχανεμίστηκε η Μήδεια ότι εκεί παίζεται το παιχνίδι της εξουσίας: στους απογόνους, στην επόμενη γενιά, στην κληρονομιά. Εκεί διαχωρίζονται οι κόσμοι των φύλων, και σ’ αυτό πήγε να παρέμβει με ακραίο τρόπο: «αν δε ζήσουν μ’ εμένα, δε θα ζήσουν χωρίς εμένα.» Η κληρονομική διαδοχή έφερε το «όνομα του πατρός» και τη μονογαμία. Να ξέρουμε πού θα δώσουμε την οικογενειακή περιουσία. Άλλο αν κατά τον Αριστοφάνη, πολλές φορές η πατριαρχία έφαγε τις σάρκες της, θεωρώντας κληρονόμους τα παιδιά του κουμπάρου με τη σύζυγο. Αλλά αυτό είναι κι ο ρόλος της  κωμωδίας, να πει επώδυνες αλήθειες για μια πραγματικότητα που γνωρίζουμε, καθότι κάθε άλλη προσπάθεια να την περιγράψουμε οδηγεί άμεσα στην τραγωδία («θα σε σκοτώσω άτιμη, οι φίλοι μου μου είπαν ότι το παιδί μοιάζει του κουμπάρου»).
Η ελευθερία, μισο-αντιληπτή, κακοφορμισμένη, όπως μπορεί να την αντιληφθεί η καθεμιά, αυτή είναι που περισσότερο μισούν στις άλλες γυναίκες και ζηλεύουν οι ομόφυλές μας. Η ελευθερία, συχνά, ως μια φανταστική Εδέμ, που καλύπτεται από ένα μυστήριο. Ένας τόπος που τα όριά του δεν τα ξέρει κανείς, σαν τις φανταστικές ιστορίες των ναυτικών της αρχαιότητας με το τέλος του κόσμου και το έρεβος να βρίσκονται στις Ηράκλειες Στήλες. Που ήταν απλά το Γιβραλτάρ...Αυτό επιθυμούν οι γυναίκες: τη Δίνη του Μάλστρεμ, τον μυστηριώδη τόπο που από μικρές μαθαίνουν να φοβούνται. Τον τόπο εκτός ελέγχου, με το σκοτάδι και το μπαμπούλα για όσες βγαίνουν εκτός κανονικότητας. Όπως οι αστικοί μύθοι, το «τέλος του κόσμου» στην Εδέμ της γυναικείας ελευθερίας, είναι κι αυτός ένας ζοφερός, ψευδεπίγραφος μύθος της πατριαρχίας. 


(Votre Beaute, summer 2011)