Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

ΠΟΛΛΕΣ-ΠΟΛΛΕΣ ΕΥΧΕΣ...

...για ΚΑΛΗ, ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ!!!

Καλή Χρονιά να έχουμε φίλοι μου!!!

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

FAUX BIJOUX

"FAUX BIJOUX"


Ίσως να μην είχαν φτάσει τα πράγματα ως εδώ, αν εκείνος δεν είχε βιαστεί και επιμείνει να κουβαλήσει και να εγκαταστήσει στο κεντρικότερο σημείο της αποθήκης της εκείνα τα δύο μπλε μπαούλα. Μεταλλικά, ανοιχτόχρωμα, για να χωρέσουν, είχαν σπρωχτεί δικά της πράγματα στην άκρη, είχε σπάσει μάλιστα και ένα ράφι που παλιά φιλοξενούσε βιβλία και λογής αντικείμενα, στον τοίχο. Ο βανδαλισμός την ενόχλησε καθώς κοίταζε γύρω της ψάχνοντας τρόπο να καταλάβει πού βρίσκονταν τώρα οι κούτες με τα βιβλία που δεν είχε σε πρώτη ζήτηση, αλλά τώρα χρειαζόταν απεγνωσμένα.
Ο σωρός από πράγματα μπροστά της ήταν τεράστιος, και μόνη της δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεσκαρτάρει τι θα κρατούσε και τι θα πέταγε. Χρειαζόταν κάποιον υπομονετικό και σιωπηλό εργάτη, που θα έκανε ό,τι του έλεγε, στους ρυθμούς που θα του υποδείκνυε. Ήταν πρόθυμη να του δώσει κάτι παραπάνω, αρκεί να την περίμενε να δει προσεκτικά τι θα κρατούσε, και να κράταγε το στόμα του κλειστό.
Μετρώντας τις δυνάμεις της σε σχέση με το βάρος, συναισθηματικό και κυριολεκτικό των αντικειμένων, το μάτι της, έμπειρο από μετακομίσεις κι από ψώνια σε μαγαζιά που πούλαγαν πράγματα δεύτερο χέρι, έπεσε σε μια μεγάλη σκούρα γκρί βαλίτσα. Της προκάλεσε σχεδόν αμηχανία το γεγονός ότι κρατούσε ακόμη τη βαλίτσα με την τεράστια VHS κάμερα του 1989, απόκτημα από ταξίδι των πρώην πεθερικών της σε κεντρο-ευρωπαϊκό κρατίδιο. Η έλλειψη φορολόγησης τέτοιων αγαθών, είχε κάνει τότε την αγορά της περιζήτητης κάμερας, δυνατή. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε το διαζύγιό της, τι κράτησε και τι έδωσε, τι κέρδισε και τι παρ’ ολίγο να χάσει για πάντα από εκείνο το γάμο. Δεν ήταν ούτε και στο σύζυγο πιστή. Αν το καλοσκεφτόταν, σε κανέναν δεν υπήρξε πιστή, εκ πεποιθήσεως. Η κάμερα πρέπει να δοθεί στην ανακύκλωση, σκέφτηκε.
Κλείδωσε την πόρτα της αποθήκης δύο φορές, όπως απέφευγε να κάνει ο τωρινός της σύντροφος παρά την πολύ ρητά εκφρασμένη επιθυμία της, και ανέβηκε στο διαμέρισμά της. Ανίκανη να συγκεντρωθεί σε ο,τιδήποτε μη χειρωνακτικό, και για να ηρεμήσει, άρχισε να ψάχνει σε ντουλάπες και πατάρια, κουτιά και σακούλες που είχαν μείνει για καιρό χωρίς να τσεκάρει το περιεχόμενό τους. Είχε απορία αν θα έπρεπε να ξεφορτωθεί ή όχι τον μεγάλο καμβά που έκρυβε στο πίσω μέρος της ντουλάπας-γκαρνταρόμπας. Το θέμα του ήταν πληκτικό, αλλά ήταν ωραία δουλειά. Ένας παλιός γκόμενος, με την πλάτη γυρισμένη, που κοιμόταν. Αυτόν όχι μόνο τον είχε απατήσει, αλλά επέμενε να τον εκπαιδεύσει για να το δέχεται αδιαμαρτύρητα. Έξυπνος άνθρωπος, αλλά κατέληξε να παντρευτεί μια γυναίκα χωρίς ίχνος χιούμορ. Μπορεί βέβαια να έφταιγε που ήξερε για τη σχέση τους και ήταν τόσο τσιτωμένη τότε που βρέθηκαν στο γάμο ενός κοινού, παλιού φίλου.
Το κουτί από τα πολυτελή παπούτσια είχε μέσα παλιά φω-μπιζού. Αποκλειστικά όσα ήταν συνδεδεμένα με σημαντικές στιγμές: έναν παράνομο έρωτα κι ένα ταξίδι στο Παρίσι, κάμποσα τρελά πάρτυ, ξενύχτια καλοκαιρινά, μικροσκοπικά μίνι-σηθρού-φορεματάκια. Ανάμεσά τους, προφανώς επειδή ήταν αμφιβόλου αξίας πράγματα αλλά που δεν θα πετιούνταν ποτέ λόγω του συναισθηματικού τους βάρους, βρισκόταν η χοντρή πένα του παππού σε χρώμα στολής παραλλαγής. Του παππού που δεν είχε γνωρίσει και του οποίου η εξυπνάδα και το αστικό επάγγελμα, έδιναν μια λάμψη επιθυμητής ανωτερότητας στις αγροτικές παραφυάδες της οικογενειακής γραμμής. Ήταν ο πρόγονος που σου έδινε τη δύναμη να φτιάξεις ένα πιο φιλόδοξο οικογενειακό μυθιστόρημα. Αποκτήθηκε σε ένα χαρτοπαίγνιο στην Κατοχή, και όταν χάλασε, δεν επισκευάστηκε ποτέ. Παρέμεινε κάτι σαν Δούρειος Ίππος της αστικοποίησης της οικογένειας.
Της φάνηκε περίεργο, αλλά ενώ υπήρχαν πίνακες και σκίτσα, κάποιας αξίας στην οικογένεια, δεν υπήρχε κανένα γλυπτό. Ίσως επειδή καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο, αλλά και επειδή η κρατούσα άποψη στην οικογένεια ήταν –μηδέποτε εκφρασμένη, αλλά σιωπηρά αποδεκτή- πως η θέση τους είναι στα μουσεία. Δίπλα στο πήλινο λιοντάρι από το αρχαιολογικό μουσείο, που είχε αγοράσει μετά την επιστροφή της από την Κέα, όπου είχε καταφέρει να φωτογραφηθεί τόπλες δίπλα στον λέοντα της Ιουλίδας χωρίς να πάρουν μυρωδιά οι φύλακες, βρισκόταν μια χρυσαφιά βενετσιάνικη μικρούτσικη μάσκα, χαρισμένη από έναν εραστή. Δεν ήταν ένα τυχαίο δώρο με τουριστική διάθεση αγορασμένο. Ήταν ξεκάθαρα ένα κωδικοποιημένο μήνυμα για την debauche που είχαν ζήσει στην Αθήνα πριν χρόνια, και που τους είχε δέσει σε ένα μυστηριώδη φιλικό δεσμό τα χρόνια που ακολούθησαν. Την έκρυψε αναστατωμένη. Έκλεισε κουρασμένη τη ντουλάπα, και πήγε στο γραφείο. Άρχισε να μπαίνει στην κατάσταση που αντιπαθούσε: να σκέφτεται αντιπαραγωγικά τις αποτυχίες ή τις ασχήμιες της ζωής της. Τα σημεία που δεν είχε βρεί ακόμη γιατί συνέβησαν ή γιατί εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν. Η μνήμη της αναζητούσε κάποια εύκολη λεία, θύμα στην κακή της διάθεση.
Έψαξε για την κατάλληλη μουσική να συνοδεύσει την κατάδυση στην αυτολύπηση. Ένα Caprice για βιολί του Paganini της τράβηξε την προσοχή. Υπό κανονικές συνθήκες, θα της ανέβαζε τη διάθεση, όμως τώρα ήταν αλλιώς: της θύμιζε αυτά που είχαν τελειώσει κάνοντάς τα να φαίνονται χαμένος χρόνος. Οι ακροβασίες του συνθέτη στο βιολί, της φάνηκαν ανούσιες και κρύες ασκήσεις που ήταν αδύνατον να την παρηγορούσαν για τις απώλειές της. Χρειαζόταν κάτι πιο «ζεστό», πιο έντονο. Όχι κάτι ψεύτικο σαν το τανγκό -ήθελε από καιρό να ξεφορτωθεί τον Piazzola, σκέφτηκε κρατώντας το cd, που έπεσε πρώτο στα χέρια της. Το κρατούσε μόνο γιατί θεωρούσε ιεροσυλία να μην καταλαβαίνει την γλυκιά επανάληψη του πάθους του. Είχε τόσο συνδέσει το χορό αυτό με τις εμπορικές παραστάσεις που παίζονταν κάθε χρόνο σε κάποιο από τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, ώστε δεν μπορούσε πλέον ούτε καν να σκεφτεί τι ήταν αυτό που τον έκανε τόσο δημοφιλή.
Δεν άναψε το φως. Έμεινε με το αναπόφευκτο τέλος τέτοιων ημερών: θυμό και κλάμα. Σαν από ανάγκη και συνήθεια, χωρίς πάθος, ελπίδα ή απελπισία. Το κλάμα ήρθε σαν παλιά, βαρετή γνωριμία, άχρηστη αλλά με συναισθηματικό βάρος. Σαν τα faux bijoux, το οικογενειακό μυθιστόρημα, το γάμο και τον Paganini. Σαν κομμάτι της ζωής που θα ‘θελε να ξανακερδίσει, αλλά χωρίς την απαραίτητη αξία ώστε να μπει σε τέτοιο κόπο. Πήρε το κουτί των παπουτσιών με τους μικρούς θησαυρούς και στάθηκε για λίγο πάνω από τις δύο σακούλες στην κουζίνα: σκουπίδια και ανακύκλωση. Με τύψεις που πρόσθετε βάρη στον πλανήτη, το έστειλε με δύναμη στον πάτο της σακούλας των σκουπιδιών.

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

ΕΝ ΜΕΣΩ ΚΡΙΣΗΣ...

...ποιός οργανισμός του τομέα υγείας, που εκπροσωπεί κλάδο χωρίς πολλά προνόμια μπορεί να δαπανά μόνο για ενοίκιο, χώρια κοινόχρηστα, φώτα, λειτουργικά έξοδα κλπ., πάνω από 2.500 ευρώ το μήνα;