Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

ΣΑΛΩΜΗ 20 (προτελευταίο επεισόδιο ή ποιός σκότωσε τον Τζέϊ-Άρ;)

Τρία πέπλα πριν το τέλος.

Α
Μα τι μας έφερε εδώ,
Με δυό σοκολατίνια,
Που δίπλα μαγειρεύουνε,
Στου Τύφους, σκαλοπίνια...

Β
Η λόρδα η μαύρη μ’ έκοψε,
Άντε πια να τελειώνει,
Να πάμε να προλάβουμε
Να φάμε στο μπαλκόνι.

Δ
Έχω σταμπάρει λίγο ντιπ,
Σέλερυ και καρότα,
Μου φαίνεται περίσσεψε
Λίγο βραστό από κότα...

Α
Άμα δε φας αγαπητή,
Μπορεί και να μεθύσεις.
Τα έμαθες; Το Μέγαρο
Δίδεται δια βαπτίσεις!

Δ
Μα τι είναι αυτά που τσαμπουνάς,
Τι λες; Τι μουρμουρίζεις;
Λέγε λοιπόν, μας τρέλανες,
Μην τώρα τα γυρίζεις.

Α
Αχ τό ‘λεγε κι ο συγγραφεύς
Ο Αριστοφάνης ήτο,
Τα πρώτα τα στερνά τιμούν,
Ή αναπόδως ήτο;

Β
Ανάποδα το έθεσες
Αλλά δε μας πειράζει,
Ποιό είναι τάχα το στερνό
Που την πρωτιά την κράζει;

Κάτι έλεγες για Μέγαρο
Που κλείνει όπου να ‘ναι
Τα βάρη της κληρονομιάς
Ετούτοι δε βαστάνε;

Α
Αν άνθρωπος κληρονομιά
Σε ανάξιο αφήσει,
Δε φταίει πάντοτε αυτός
Για πάθη και για μίση...

Βεβαίως...
Αυτός που τον επέλεξε
μέγιστο έκανε λάθος,
Και παναπεί πως πόνταρε
Με ρίσκο και με πάθος.

Γ
Αποδημήσας ο αρχηγός,
Να κι η κληρονομιά του:
Κλαίνε και τον γιορτάζουνε
Αβέρτα τα «παιδιά» του...

Δ
Το Μέγαρο θα δίδεται
διά συνεστιάσεις,
Διά σωματεία εργατικά
Και διά συνεδριάσεις...

Της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ.
Θα δίδεται ποτό,
Με ρεφενέ θα παίρνουνε
Μεζέ κι ένα γλυκό.

Β
Μα είναι ποτέ δυνατόν,
Να φέρνεις παραστάσεις
Μπαλέτα απ’ το Κίεβο
Κι άλλες νεκραναστάσεις;

Και είναι ποτέ δυνατόν,
Στην κρίση των καιρών,
Το υπουργείο πολιτισμού
Να είναι αρωγόν;

Α
Να δίδει αποκλειστικά
Τας επιχορηγήσεις,
Σε επιχειρήσεις άχρηστες
Που είναι να τις κλείσεις;

Άντε και το ΚΘΒΕ
Σύντομα ν’ ακολουθήσει,
Χατζάκης νέος Χουβαρδάς,
Τους έχει εκεί καθίσει.

Δ
Θυμάμαι πως μου έλεγε
Μια φίλτατος κυρία,
Ότι εκεί που έγραφε
Έπαιρνε οδηγία,

Να υποστηρίζει διευθυντές,
Θέατρα, παραστάσεις,
Ασχέτως της ποιότητας...
Ήτανε να ξεράσεις.

Εμένα δε προσωπικώς,
Ουδόλως με πειράζει,
Το χρήμα απ’ όπου έρχεται,
Μόνο αυτό με νοιάζει.

Π
Όσο χορεύει η χοντρή,
Να σου το πω και το άλλο,
Πως η παράγκα των τεχνών,
Είν’ μαγαζί μεγάλο...!

Ε
Δε μου ‘λεγε η φίλη μου,
πως δεν υπάρχει άλλο,
απ’ τους διαδρόμους του ΥΠΠΟ,
θρίλερ να ‘ν’ πιο μεγάλο!;

Ωσάν την Νέκυια να ‘τανε
Οι σκιές καλλιτεχνών,
Γλυστρούσαν στα σκοτάδια του
Ως παρεπιδημών!

Απ’ το πρωί-ξημέρωμα
Έφταναν καλλιτέχνες,
Περίμεναν τον υπουργό
Να του ειπούν για τέχνες...

Για δράματα και θάματα
για πλήθη που θα φτάσουν
Να δουν τις παραστάσεις τους,
Άμα θα τις προφτάσουν.

Χρειάζονταν για θρίαμβο
Θέατρα και λεφτά,
Τη μόνιμη την επωδό
Του κάθε κερατά...

Δ
Υπήρχαν ψώνια υπουργοί,
Που έρχονταν μαλάκες,
Τους αμολούσαν ψέματα
Σπάζοντας χοντρές πλάκες...

Κι όμως αυτοί τους πίστευαν
Έκαναν και δηλώσεις,
«στηρίζομε το φεστιβάλ
Πάρτε κι άλλες πιστώσεις».

Α
Ο ψεύτης με τον ψεύταρο,
Σιγά μην και γελιόταν,
Απλά διά το ποσοστό
Γλυκά θα γαργαλιόταν.

Δ
Είχα μιλήσει με υπουργό
που έλεγε θ’ αλλάξει,
και τέχνη με μοντερνισμό
εδώ ότι θα φτιάξει.
Ήτανε αντιπρόσωπος
Διά τον πολιτισμό,
Νομίζω πως οργάνωσε γιορτές
Σ’ ένα βουνό.

Το ίνδαλμά του ήτανε
Ο μέγας τελετάρχης,
Της τέχνης της ελληνικής
Στύλος και πατριάρχης.

Μ
Α, λες για τον υπότροφο,
Τον στρατευμένο νέο,
Για γκέι κουλτούρα αυτός μιλά,
Είναι πολύ γενναίο.

Ευτυχώς που είναι υπότροφος,
Γιατί τόσο γενναίος
Που είν’ και πολυτάλαντος,
Πώς να τραφεί ένας νέος;
(γέλια, πολλά γέλια, ξεκάρδισμα και κακάρισμα –που θα ‘λεγε κι ο λάλας).

Α
Σκάστε καλέ, τελείωσε
Τα ‘βγαλε όλα ετούτη,
Δεν άφησε με ύφασμα,
Στήθος μα ούτε μπούτι!

Σαλώμη
(Πετάει και το τελευταίο)
Εγώ το χρέος έκανα,
Το έφερα εις πέρας,
Τώρα θέλω το δώρο μου
Να δώσει ο πατέρας.
Ηρωδιάδα
Ακούς Ηρώδη μου καλέ;
Φωνάζει το παιδί σου,
Ήρθε η ώρα να κρατείς
Πια την υπόσχεσή σου!

Ηρώδης
Μα φυσικά, μα φυσικά,
Ότι ζητάς θα δώσω,
Και με σφραγίς βασιλική,
Θα το επικυρώσω!

Σαλώμη
Λοιπόν καλέ μου βασιλιά,
Θέλω κάτι μεγάλο: (σιωπή)
Το χέρι ζητώ του βαπτιστή,
Για το χορό ρεγάλο.

Ηρωδιάδα (μισολιπόθυμη)
Τι; Άκουσα καλά;
Τι είπες βρε γαϊδούρα;
Τη μάνα σου βρε παρακούς;
Α να χαθείς χαμούρα.

(την κυνηγάει με το πασούμι)
Μωρή στα χέρια μου αν βρεθείς,
Μαύρη θε να σε κάνω,
Που σκέφτηκες,
Τη μάνα μου εγώ θα την ξεκάνω!

Σαλώμη
Αααα! Σώστε με, με κυνηγά!
Αααα! Προσέξτε θα με πιάσει!
Κι έτσι θυμό που έχει αυτή,
Θε να με ξεμαλλιάσει!

Ηρωδιάδα
Κάτσε βρε τώρα να τις φας,
Βρε θα σε λαρυγγώσω,
Τα νύχια μου στο δέρμα σου,
Δυό πόντους θα τα χώσω!

Σαλώμη (τρέχοντας γύρω-γύρω)
Τ’ ακούσατε πώς μου μιλά;
Είναι κακούργα μάνα,
Και επιτέλους θα το πω,
Πως είναι και π...α!

Ηρωδιάδα
Έτσι και σ’ έπιασα μωρή
Αχ δε θα σε γλυτώνουν,
Μυλόπετρες τα χέρια μου,
Θα είναι που σε λιώνουν.

Σαλώμη
Ζηλεύεις! Λύσσαξες κι εσύ
Θέλεις τον Ιωάννη...!

Ηρώδης
Μα είναι ποτέ δυνατόν,
Να θέλουν το χαϊβάνι;

Σαλώμη-Ηρωδιάδα τον αγριοκοιτάνε.

Σαλώμη
Στο κάτω-κάτω τι λυσσάς;
Για σκέψου μια σταλίτσα,
Έπαιξα ωραία τη σκηνή
Με Αλέκο και Ζωίτσα...

Ηρωδιάδα
Γι’ Αλέκο, τον Ηρώδη εγώ
Σου είχα παραγγείλει,
Με τον προφήτη όμως εσύ
Μου είχες εξωκείλει!

Σαλώμη
Εμένα εκείνος μ’ άρεσε
Το σκέφτηκα καλά,
Άλλο ας μη μαλώνουμε,
Μανούλα μου γλυκιά.

Ηρωδιάδα
Μαμούνια παλιοθήλυκο
Που θα με πεις μανούλα,
Αχ, σε τι άραγε έφταιξα
Και βγήκες τέτοια τσούλα...;

(Όλοι κοιτάζονται για το προφανές).
Στη φυλακή στο κελλί του Ιωάννη.

Ιωάννης (με ύφος μεταρσιωμένο)
Δεν ξέρω, κάτι άλλαξε,
Δε θέλω να πεθάνω,
Θέλω να ζήσω, να χαρώ,
Να ανεβώ επάνω!

Αυτό που συζητήσαμε
Για δίαιτες και μπράτσα,
Με τη Σαλώμη λίγο πριν
Επάνω στην ταράτσα,

Μου έδωσε προοπτική,
μου άλλαξε τα φώτα,
η σκέψη μου καθάρισε,
δεν είναι όπως πρώτα.

Βρωμάω, έχω τα χάλια μου,
Μαλλί έχω σα ράστα,
Θυμίζω Χατζηπαναγή
Και ίσως τον Κυράστα...

Θέλω ν’ αλλάξω πια ζωή,
Να έχω ευκαιρίες,
Ν’ ανοίξω επιχείρηση
Για μεγαλοκυρίες,

τόση νηστεία που έριξα,
Ξέρω ότι δε χάνεις,
Κιλό κανένα αν το φαί,
Συνέχεια το ξεκάνεις.

Θα έχω μια μέθοδο
Να τις αδυνατίσω,
Που θα ‘ναι και πνευματική
Για να τις προσεγγίσω.

Θα κάνουνε και γράμμωση
Βάρος πολύ θα χάσουν
Αρκεί για λίγο το φαί,
Εκείνες να ξεχάσουν.

Η εταιρεία μου αυτή
Μίσσιον θα ‘χει και βίζιον,
Θα έχω για πελάτες μου
Τους σταρ της γιουροβίζιον.
Παχάκια λίγο λαϊκά
Να φεύγουν απ’ τα μπράτσα,
Στη χλίδα του βίντεο-κλιπ
Να μη φανεί κυράτσα.

Θα δώσω όνομα όμορφο,
Ακόμα δεν το ξέρω,
Κάτι σε ντάϊετ θαρρώ...
Ναι! Θα τα καταφέρω!

Προσέχετε το βάρος σας-
Θα λέγετ’ η εταιρεία,
Και στο ταμείο θα κάθεται
Η Σαλώμη, μια κυρία.

Φρουροί! Φρουροί!
Οδηγείστε με μπροστά εις τον Ηρώδη,
Θέλω δυό λόγια να του πω
Πριν να μου δώσουν πόδι...

Είναι σημάδι, δεν μπορεί,
Που ήρθε απ’ το Θεό,
Να φύγω απ’ τη φυλακή,
Να τρέξω να σωθώ.

Και είναι η πριγκίπισσα,
Εξ ουρανών σταλμένη,
Έστω και λίγο παχουλή,
Έστω και σιτεμένη.

Είναι κι αυτό, είμαι σίγουρος,
Μια δοκιμασία,
Ν’ αντέξω να την ξαναδώ
Να κάνει ιππασία.
Με δυό γκοφρέτες αγκαλιά,
Τα χάμουρα του αλόγου,
Σκουφί, μπατζάκια, και δυό τοστ,
Σκηνή του παραλόγου.

(συνεχίζεται)

2 σχόλια:

mahler76 είπε...

ΟΥΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΜΑΡΗ ΔΕΝ ΤΟΝ ΘΈΛΩ ΤΟΝ ΓΙΟΥΦΤΟ ΤΟΝ ΑΠΛΥΤΟ!!!!!!!

(Καλά το θάψιμο στο πρώτο μισό του έργο Θεικό χιχιχιχι)

highvoltagepress είπε...

στη φύλαγα. να μάθεις παλιόγατο. θα σε βάλω να δίνεις και φιλί.

(σου είπα είχα ράμματα για γούνες.)