Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ-Live your myth in Greece

Σαν βγεις στον πηγαιμό,
-μαζί με άλλα στίφη-
που κάνουν τουρισμό,
να εύχεσαι να είχες
καμπίνα να κλειστείς,
και τους συνταξιδιώτες σου,
ελάχιστα να δεις.
Άμα βεβαίως το βαλάντιό σου είναι τρεις έντεκα τρεις δώδεκα τρεις δεκαπέντε κι έντεκα, και κόβεις απ’ το βραδινό για να έχεις βλέψεις σε καλύτερο ρουμς του λετ, τότε δεν συζητάμε περί καμπίνας, συζητάμε περί «κατάστρωμα-τουριστική», να βλέπεις τους γλάρους να κρώζουν και να παρηγοριέσαι τραγουδώντας σαν την Αλίκη στο Ναυτικό. Το κατάστρωμα σημαίνει πολλά, μεταξύ αυτών: τάβλι (ήτοι αδιάκοπο γκλιν-γκλιν-γκλιν) απ’ τη διπλανή εικοσαμελή παρέα των δεαοχτάρηδων που μια τσακώνονται («ρε μαλάκα, γιατί ρε μαλάκα, είπες ρε μαλάκα στον Αντώνη ρε μαλάκα ότι θα πιω φραπέ ρε μαλάκα;» «Εγώ ρε μαλάκα;» «Ναι, ρε μαλάκα» -και οι ευρηματικοί διάλογοι συνεχίζονται μέχρι που να αισθανθείς ότι είσαι στο πλατώ για τα γυρίσματα κάποιας ηλίθιας σαπουνόπερας: «ήρθες πατέρα;» «ήρθα» «ώστε ήρθες πατέρα» κ.ο.κ.), μια ρομαντσάρουν (ΣΜΟΟΟΥΤΣ, σλουρπ σλουρπ, μ’ αγαπάς; σλουρπ σλουρπ σ’ σλουρπ αγα –σλουρπ- πώ, σματς σματς σματς σμουτς σματς), μια πεινάνε («έχεις λεφτά ρε μαλάκα;» «γιατί ρε μαλάκα;» «πάλι εγώ θα σε ταίσω ρε μαλάκα;» «χαχαχαχαχα ο Γιάννης δε θα φάει ρε μαλάκες» κ.ο.κ.), μια ψάχνουνε τα συμπράγκαλά τους (γκλαν-γκλαν-γκλουν «είδε κανείς το: λιπ-γκλος/κατσαρόλα/σι-ντι του Νότη/σι-ντι της Μαντόνα/σι-ντι του d.j. Φακνταφακ/τα ταμπόν/τις τσίχλες/τα λεφτά), και μονίμως ουρλιάζουνε και διηγούνται τα σεξουαλικά τους οι γκόμενες κρυφά (μην ακούσει ο Γιώργος). Σημαίνει, ότι στις εφτά ώρες που κάνει το γκαζοζέν πλοίο να φτάσει στο νησάκι, τόσοι φραπέδες και νερά έχουν δημιουργήσει ένα πηγαιν’-έλα στην τουαλέτα που όποιος πάει από τη δεύτερη ώρα και μετά, θα πρέπει να κάνει μπάνιο στο απολυμαντικό και να φοράει αντιασφυξιογόνο μάσκα, γιατί το πλήρωμα δεν περισσεύει για να σκουπίσει τις καλλιόπες. Σημαίνει ότι αν θες να φας κοτόπουλο καραβίσιο για να αλλάξεις μέγεθος σουτιέν –είτε άντρας είτε γυναίκα- μέχρι να φτάσεις στο νησί (η μάνα σου, εγώ κι εσύ –μα τι συνδυασμός είν’ αυτός;) πρέπει να ‘χεις τα’ αυτιά σου εξασκημένα στα αγγλικά του καμαρώτου και στο χαλασμένο μικρόφωνο που λέει περίπου: “…pa…ngers..o…ant…to dine,…r…kindly requested to….ceed to the dining room, I REPEAT!” (passengers who want to dine are kindly requested to proceed to the dining room, I repeat).
Άντε και έφτασες στο Κυκλαδονήσι μετά από πέντε έως οχτώ ώρες συγκατοίκησης με χοντρούς που σε σπρώχνουν για να περάσουν αμέριμνα γλύφοντας το δέκατο παγωτό. Τα χοντρά παιδιά των υπέρβαρων που επαναλαμβάνουν την προηγούμενη σκηνή. Τη θείτσα που σε αγριοκοιτάει. Τη μεγαλοκοπέλα που έχει ένα σκυλί που θες να του δώσεις κλώτσο, το σκυλί το ‘χει ψυχανεμιστεί, σε αντιπαθεί εξίσου και γρυλλίζει κάθε όποτε περνάει από δίπλα κάνοντας την εβδομηντάχρονη κυρά του με το μίνι, τα κιτρινισμένα δάχτυλα και το εξώπλατο μπλουζάκι να σε κοιτάει όπως η Ταϋγέτη την ανταγωνίστρια ενζενύ για την καρδιά του Βέγγου («ήρεμο, ήρεμο το ποταμάκι…»). Τον παππού που έχει ξεχάσει το φερμουάρ κατεβασμένο (ήμαρτον, μαζέψτε τα παιδιά καλού-κακού) και χαζεύει ήρεμα τους γλάρους («ένα βήμα πίσω παππού», ουπς! άνθρωπος στη θάλασσα). Τους προαναφερθέντες φοιτητές. Τους ναύκληρους, δόκιμους, καμαρώτους του πλοίου που περνάνε και μαζεύουνε παλαμάρια (με το συμπάθειο) που τα περνάνε, χωρίς ούτε συγγνώμη να πούνε, πάνω απ’ τα έρμα τα ποδαράκια σας. Την πολυμελή κακομαθημένη οικογένεια με το πεθερικό μαζί, που η νύφη μόλις που την ανέχεται («γκώσατε μαμά») και ο γιος φοβάται («είσαι καλά μανούλα;») αλλά και αποφεύγει («Φωφώ, ρώτα τη μάνα μου αν θέλει κάτι»).
Και άντε φτάσατε. Και είσαστε νέοι, περιπετειώδεις τύποι ξεμεινεμένοι από άλλες εποχές, και αρνείστε να κάνετε κράτηση νωρίτερα («σιγά που δε θα βρούμε ξενοδοχείο, έλα μωρέ, μην είσαστε τόσο σφιχτόκωλοι, πολύ Ευρωπαίοι είσαστε»). Σας προσπερνά η ορδή που περιγράψαμε παραπάνω κι εσείς μένετε να γυρνάτε κουρασμένοι, με τις βαλίτσες παρά πόδα (γιατί η καλή σας ταξιδεύει σαν την Ποππαία –υπηρέτες, ρούχα, καλλυντικά, τις γαιδούρες για το γάλα- και εσείς τα κουβαλάτε «έλα μωρέ Σπύρο μου που είσαι τόσο δυνατός») τα δρομάκια του νησιού, ελπίζοντας να βρείτε κάποιον ξενοδόχο που να μη σας κοιτάει ειρωνικά και να ΜΗΝ σχολιάζει: «μα κι εσείς πώς ξεκινήσατε έτσι; Να σας στείλω στον ξάδερφό μου στην Απάνω Γειτονίτσα με τα όμορφα κορίτσα, να δει μήπως σας βολέψει εκείνος (αυτό, στην περίπτωση που κάποιος σας λυπηθεί, και δε βιάζεται να πάει να αναλάβει ρόλο σεφ, γκαρσονιού κλπ., καθότι η «επιχείρηση είναι οικογενειακή, σιγά μην πληρώνουμε και άλλους»). Βλαστημάτε και λες να στείλεις μια επιστολή στον υπουργό άμα βγεις ζωντανός και χωρίς νευρική κατάπτωση μετά από το Live your myth in Greece (άσε που συνειδητοποιείς ότι δεν κουράστηκαν για το σλόγκαν, απ’ τη μπύρα το πήρανε). Τέλος, βλέπεις επιτέλους κάποιον ξενοδόχο που δεν έχει το κυνικό ύφος του ταξιτζή στις τρεις το μεσημέρι σε μέρα απεργίας των μέσων μαζικής μεταφοράς, φτυστό το ύφος του χορτασμένου βόα που καγχάζει στη θέα του νεογέννητου ποντικιού δίπλα του. Ρωτάτε, και ω του θαύματος, υπάρχει ένα δωμάτιο: τρίκλινο και «παρακαλώ μην ξεστρώσετε το ράντζο, δύο είσαστε, βολευτείτε στο διπλό.» «Ναι, αλλά εμείς κοιμόμαστε χωριστά για άπλα» -λες μέσα σου. Κάνεις ότι συμφωνείς μέχρι να πάρεις τα κλειδιά, και μπαίνεις στο δωμάτιο έχοντας ορκιστεί να κατουρήσεις το ράντζο με το σπασμένο «σουμιέ». Το δωμάτιο είναι άστα λα χέστα, αλλά για τρεις μέρες θα επιβιώσετε. Η αλήθεια φανερώνεται όταν το βραδάκι πτώματα στην κούραση, αποφασίζετε να έρθετε πιο κοντά (να θριαμβεύσει η αγάπη και η ζωή απέναντι στον τουρισμό στην εξωτική Ελλάδα), και προηγείται/επακολουθεί μπάνιο. Ξαπλωμένοι κοιτάτε το ταβάνι, και νιώθετε ένα περίεργο αποκάρωμα σάματις επικίνδυνο. Ξέχασαν να σας πουν ότι εξαερισμός δεν υπάρχει, το μόνο παράθυρο είναι…η πόρτα του δωματίου, που βλέπει στο δρόμο, και ανοίγει το άνω ήμισυ τζάμι, προκειμένου να παίρνει αέρα και να μη σκάσει ο ένοικος. Η μόνη εναλλακτική που δίνει το πανάκριβο νησί, είναι οι ενοικιαστές να εκθέσουν σε κοινή θέα ή/και κίνδυνο τη ζωή τους, και βεβαίως, να κοιτάνε το δρόμο όπως τα άλογα, που τρώνε το σανό (επίσης τα χαϊδεύει ο επιστάτης) από το πάνω ανοιχτό μέρος της πόρτας του στάβλου. Μπορεί επίσης το πλήθος να χαστουκίζει κατά βούληση τους τουρίστες-μουλάρια που πλήρωσαν τέτοιο δωμάτιο. (Προτιμητέο τη θέση τους να πάρει ο ιδιοκτήτης όταν έρθει η ώρα της φάπας). Αποφασίζετε να κοιμάστε με βάρδιες, και να διπλοκλειδώσετε (προς τι;). Ο καλός σας, που διαβάζει πολλά αστυνομικά, προτείνει να βάλετε μια τρίχα στην κλειδαριά, κι αν τη βρείτε σπασμένη να αποδείξετε ότι έγινε παραβίαση. (Τι λέει ο άνθρωπος απ’ την κούραση, το θυμό και το φόβο). Το άλλο πρωί ο ιδιοκτήτης σας ρωτάει αν κοιμηθήκατε καλά –το κλίμα είναι εξαιρετικό. Τον ρωτάτε αν σκέφτεται στα σοβαρά να σας χρεώσει την ποντικότρυπα, ή μάλλον τον μουλαρόσταβλο. Σας κοιτάει έκπληκτος για την αχαριστία σας, που σας μάζεψε κυριολεκτικά απ’ το δρόμο. Που το έχτισε με δάνειο. Που ήταν προικούλα της γυναίκας του που έλιωσε στην κουζίνα να βράζει αυγά για να τα φάτε εσείς οι τουρίστες μαζί με το ξερό ψωμί, το παγωμένο βούτυρο και την ύποπτου χρώματος μαρμελάδα-ατομική μερίδα («ρε Γιάννη, γιατί αυτό γράφει ευχαριστούμε που πετάξατε με την Αετός Έργουέιζ;» «Μαράκι, το δικό μου λέει δωρεάν στον υπάλληλό μας, το Τμήμα Χημικών Εργοστασίου Άνω Μποστανίτσας Αττικής»).
Φεύγετε. Στο επόμενο νησί ίσως να έχετε περισσότερη τύχη, αφού σε τούτο δω το Κυκλαδο-ανεμο-βραχο-ακριβονήσι όλα είναι κλεισμένα. Πού θα πάει; Διακοπές είναι, θα περάσουν. Και μάρτυς σας ο άγιος Χριστόφορος, προστάτης των αναξιοπαθούντων ταξιδιωτών, ότι θα προτιμήσετε κάποιον ξένο «τουριστικό παράδεισο» την επόμενη χρονιά. Όσο πιο μακριά γίνεται από την πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία, τα άνοστα μαρμελαδάκια-μερίδες, τα παγωμένα βούτυρα-μερίδες, το ξεροκόμματο, τις μύγες, τον καφέ σε φακελλάκι, το γάλα σε μερίδα, τις πανάκριβες ξαπλώστρες, τα μπαγιάτικα τοστ, τα δωμάτια που ακόμη δεν έχουν ανεμιστήρες αλλά λειτουργούν με τεράστια ερ-κοντίσιον που έχουν επάνω όλη τη Λεγεώνα των ξένων και τα μικρόβιά της έτοιμα να κολλήσουν στα πνευμόνια, δείχνοντας αναλγησία προς το περιβάλλον. Η επιστροφή στην Αθήνα έχει μια γεύση μελαγχολίας. Για τις διακοπές που τέλειωσαν, και τον τόπο που τελειώνει κι αυτός από αντοχές…

(Βοτρ Μπωτέ, τεύχος Αυγούστου 2009)

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

ΣΑΡΔΕΛΛΕΣ ΣΤΟ ΓΚΑΖΙ

Κι όταν λέμε Σαρδέλλες, εννοούμε το μαγαζί-ψαροταβέρνα απέναντι απ' την τεχνόπολη. Καλοί μου αναγνώστες, αν μπορείτε να το αποφύγετε, παρακαλώ να το πράξετε άνευ καθυστερήσεως. Κι αν πάτε, μην παραγγείλετε: μύδια, σαρδέλες, βραστά λαχανικά, κοπανιστή, πουρέ λαχανικών κ.ο.κ. Ο μάγειρας θα πρέπει να είναι συμμαθητής μου στη Σχολή των Άχρηστων Σεφ Νο 3 (the sequel) απ' όπου αποφοίτησα κι εγώ. Σας μιλάω για κακή παρουσίαση, κακή γεύση και ανοστίλα. Είναι το "θέλει να κάνει κάτι, αλλά δεν ξέρει πώς". Κρίμα γιατί το μαγαζί είναι όμορφο, σε ωραία θέση.
Λύσσαξα να μην αφήσουμε πουρμπουάρ, αλλά η φιλενάδα μου είναι πολύ ευγενής παιδί. Βρε ακόμα και το σέρβις ήταν πολύ μέτριο -όχι κακό- τίποτα εκείνη. Για να καταλάβετε, "βραστά λαχανικά σαλάτα", είναι ένα βαθύ πιάτο κακάσχημο, με κάτι γκουμούτσες λαχανικά, δηλαδή μια πατατόγκα κομένη στα δύο (που έτσι και δω πατάτα χωρίς σως, χωρίς κάτι, χωρίς ντρέσινγκ, ένα βρακί, ένα ρούχο από πάνω, καταλαβαίνω ότι πρόκειται περί τεμπελιάς και ανοστίλας, διότι ΕΤΣΙ τα κάνω κι εγώ γαμώ το!), καροτάρες, κρεμμυδάκια στυλ τουρσί αλλά βραστά, μπροκολούκλα και σέλινο στον πάτο. Το όλον, σαν τη δίαιτα του μπαρμπα-Μήτσου μετά την εγχείρηση προστάστη.
Τότε που είχα τον πατέρα στον Ευαγγελισμό με παγκρεατίτιδα και του τρώγαμε το φαί όσοι περνάγαμε από κει και κόντευε να πηδήξει απ' το μπαλκόνι απ' την πείνα σαν τον Οβελίξ, και μας μισούσε, καλύτερη γεύση, καλύτερη ποικιλία και καλύτερη παρουσίαση είχε το πιάτο. Για να μη θυμηθώ τότε που τον πήγαμε για ανεύρυσμα στο Ντυνάν: είχαμε ξεχαστεί και λέγαμε "πες στο ρουμ-σέρβις να φέρει δυό κλαμπ στο 14, με κόκα-κόλα το ένα". Δε λέγαμε πάμε να φάμε κάτι στο μπαρ, λέγαμε "πάμε στο ρεστωράν δίπλα στη ρεσεψιόν κι ερχόμαστε" (αύριο).
Τα δε μύδια, κι αυτά στο βαθύ κοινό πιάτο, δοκίμασα ένα και θυμήθηκα εκείνο το επεισόδιο στη Νάπολη που πέθαναν έναν σωρό από τύφο απ' τα κωλόμυδα. Και να τα 'χεις φάει -δε λέω Βέλγιο και Λονδίνο και αλλού- σε ταβέρνα στην Αδριανού ρε παιδιά, και να 'ναι άψογα, και στο Γκάζι, να τα τρως και να σε τρώνε, συν τα κωλόσκυλα στα τραπέζια, τους ζητιάνους με το που σηκώνεσαι απ' το τραπέζι στην πέφτουνε (τι στο καλό όλοι την παραβολή του άφρονος πλουσίου διαβάζουνε απ' τη Βίβλο κι έχουνε τέτοιο τάϊμινγκ;), τους ιππότες της ασφάλτου που περνάνε κάνοντας κωλιές ανάμεσα σε πεζούς και εσθίοντες, και τις ξυλοπόδαρες τερατοντυμένες νεαρές και μη, που άμα δεν το αντέχεις το 12ποντο (δηλ. είναι πιο ψηλό το τακούνι απ' αυτόν που το φοράει), άστο ρε πουλάκι μου, κατέβα παρακάτω. το πολύ να πούνε κλάνει και σηκώνει σκόνη.
Κι όχι τίποτ' άλλο, αλλά κέρναγε η φιλενάς για το διδακτορικό της.
Και είχα δει και δυό παραστάσεις στο καπάκι, συν τη γιορτή της Γαλλίας για την 14η Ιουλίου, είχα κουραστεί η χριστιανή. (Παραστάσεις Βαντεκέυμπους και Κοντονή -παλιός μου μαθητής. Εκεί στην έξοδο, είδα κι έναν άλλο παλιό μου μαθητή, αγαπητό, με άλλο όνομα και άλλη εμφάνιση, κοριτσίστικη, με φόρεμα, σουτιέν και τακούνια. Μου είπε στα γρήγορα τα ντεσού, και ήταν πανευτυχής. Μωρέ κάτι είχα μυριστεί εγώ...Έχω μαγευτεί απ' τον κόσμο των γυναικών μου λέει. Καλωσήρθες της λέω. 75c μου λέει. Τα είδα παιδάκι μου, της λέω, τα κανόνια του θωρηκτού Ποτέμκιν. Ήταν πάντοτε πολύ ειλικρινής με τον εαυτό της, με μια αυθεντικότητα και μια ηρεμία εξ αυτού.
Είδα κι άλλους μαθητές μου, οι υπόλοιποι όπως τους ήξερα.)

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

Ανευ τίτλου




Αυτός ο Χατζιδάκις μ' αρέσει πολύ.Και γενικά μ' αρέσει γιατί και στα μεγάλα κέφια του, έχει κάτι απ' τις ανθρώπινες ήττες χωρίς να είναι μίζερος, με μεγαλοπρέπεια που γίνεται ειρωνική τόσο ακραία που την εμφανίζει.

Στην αισθηματική ηλικία@ (που δεν καταλαβαίνει ότι δεν μπορώ τα σκουλικάκια που ροκανίζουν μύθους και ζούνε).

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ 1975...



Αυτή η ωραία εικόνα από το εθνικό δίκτυο της χώρας φέρνει στο νου όσα έχω ακούσει από τρομαγμένους ταξιδιώτες για τους δρόμους της γείτονος χώρας. Μια λωρίδα κυκλοφορίας, κανένας τροχονόμος, ζέστη, καμμία προστασία από το διπλανό ρεύμα κυκλοφορίας, ξεραϊλα όπυο είχε διαχωριστικό, εγκατάλειψη, φορτηγά, ουρές, και νεύρα τσατάλια. Αυτό βέβαια είναι η κάθοδος, σε μέρα χωρίς μεγάλη κίνηση. Η ΑΝΟΔΟΣ, είναι για τους γενναίους. Τους σαρακατσάνους ντε, που κάθονται στις ουρές για καμμιά 80αριά χιλιόμετρα αδιαμαρτύρητα. Άει σιχτίρ θα πει όποιος φύγει προς τα βόρεια και χρειαστεί εν μέσω καλοκαιριού, ζέστης, και βρε ηλίθιοι, εν μέσω τουριστικής σαιζόν, να ταξιδέψει!!!
Θα σας πιάσει η ψυχή σας: ασφάλεια δεν υπάρχει, κέντρα ανεφοδοασμού, βοήθειας, να βγεις έξω ξεχάστε τα, και μια λωρίδα μόνο, για χιλιόμετρα, εν μέσω άδειων (!!!) εργοταξίων, για να απαλειφούν οι στροφές κοντά στην υλίκη και πιο πριν -αν κατάλαβα καλά. Που ακόμη κι εγώ που ζαλίζομαι να πάω μέχρι το Μαρούσι, δεν είχα πρόβλημα με στροφές έξω απ' την Αθήνα!!! Θα βλαστημήσετε, θα ντραπείτε και θα θελήσετε να ρίξετε μαύρο δαγκωτό!!! Τέτοια μιζέρια, ταλαιπωρία και αδιαφορία για τους πολίτες θα τα νιώσετε όλα μαζί στο τριτοκοσμικό πετσί σας.
Επαναλαμβάνω: η φωτο είναι από μια ειδυλλιακή στιγμή.
Φτου και αίσχος στα γαϊδούρια!!!

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

TALKING ABOUT PINA BAUSCH

Νομίσατε ότι την ξέχασα; Πλανάσθε πλάνη οικτρά που λένε...

1980: A PIECE BY PINA BAUSCH

Από τα πλέον αναμενόμενα γεγονότα του φετινού προγραμματισμού του Φεστιβάλ Αθηνών, ήταν σίγουρα η παράσταση του Χοροθεάτρου του Wuppertal, της ομάδας της Pina Bausch, με το «1980: A piece by Pina Bausch» (8, 9/7). Το κοινό που ασφυκτικά γέμισε το Ηρώδειο, ασυνήθιστο γεγονός για τέτοιου είδους θεάματα, χωρίστηκε σε δριμείς επικριτές του «1980», και σε φανατικούς υποστηρικτές του. Η αθρόα προσέλευση αλλά και οι δύο ακραίες μορφές αντιμετώπισης του έργου σίγουρα οφείλονται σε ένα σύνολο λόγων, ένας από τους οποίους, μάλλον είναι και η παρεξήγηση που αφορά το είδος (genre) που διεθνώς ονομάζεται Χοροθέατρο (Tanztheater, Dancetheatre), αλλά και τη δουλειά της Πίνα Μπάους ειδικότερα.
Το Χοροθέατρο είναι δημιούργημα μιας γενιάς χορογράφων που γεννήθηκαν στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και οι οποίοι μέσα από το δικό τους έργο, αποκατέστησαν τους δεσμούς με την πρωτοπορία και σκέψη των καλλιτεχνών της Γερμανίας του Μεσοπολέμου. Η Πίνα Μπάους, η Ράινχιλντ Χόφμαν, ο Χανς Κρέσνικ, η Σουζάνε Λίνκε, ο Γκέραντ Μπόνερ, εξέλιξαν, προσάρμοσαν, αναδιοργάνωσαν και παράλλαξαν πολλά από εκείνα τα οποία οι χορογράφοι του Ausdruckstanz (εκφραστικός χορός), είχαν φέρει στη σκηνή στις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Χορογράφοι και χορευτές, οι οποίοι αργότερα έφυγαν στην Αγγλία και την Αμερική, ή έμειναν και μετά τον πόλεμο πέρασαν στο περιθώριο, ως απομεινάρια μιας ύποπτης εποχής, που στα χρόνια του Αντενάουερ έπρεπε να ξεχαστεί. Είναι η εποχή κατά την οποία η γερμανική κοινωνία παρακολουθεί και δίνει ώθηση στο δίχως μνήμη μπαλέτο, και παραμερίζει τον μοντέρνο χορό. Οι πειραματισμοί του Ρούντολφ Λάμπαν, οι φεμινιστικές ανατροπές της Μαίρη Βίγκμαν ή τα καυστικά κοινωνικά σχόλια του Κούρτ Γιός (εφάμιλλα ενός πίνακα του Γκρός ή του Κίρχνερ), πέρασαν στο περιθώριο. Άλλωστε οι δύο πρώτοι, μαζί με την Γκρετ Παλούκα και τον Χάραλντ Κρώυτσμπεργκ, είχαν χορογραφήσει την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936 (ταινίες με έργα του Λάμπαν δεν υπάρχουν ούτε και σήμερα στις αρχειοθήκες στη Γερμανία). Τα γυμνά σώματα, ο οραματισμός μιας καινούργιας ελευθερίας ξανακερδισμένης σε σχέση με την επιστροφή στη φύση, οι ιδανικές κοινότητες καλλιτεχνών όπως του Monte Veritá κοντά στην Ασκόνα, οι πειραματισμοί με μεγάλες ομάδες ανθρώπων («κινήσεις ομάδων»/Bewegungschore), η ικανοποίηση της τάσης φυγής με την ανάκληση μιας πανάρχαιας και παραδοσιακής σχέσης των Γερμανών με τη φύση έγιναν σημειολογικές αναφορές ενός παρελθόντος καταδικαστέου, από την ανάμνηση του οποίου όλοι ήθελαν να γλυτώσουν. Από τους εκπροσώπους του Ausdruckstanz, ο πιο συνειδητοποιημένος κοινωνικά Κούρτ Γιος επιστρέφει το 1949 στην Έσση, στο FolkwangSchule, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αυτή είναι η Σχολή από την οποία αποφοίτησαν οι περισσότεροι εκπρόσωποι του Tanztheater, του Χοροθεάτρου. Μια από αυτούς είναι η Πίνα Μπάους.

Στην συνήθη αντίληψη, Χοροθέατρο σημαίνει μια μορφή χορευτικού θεάματος με την σύμπραξη του λόγου –απαγγελία- και της μουσικής, κατά τα πρότυπα των Χορικών, ή μάλλον κατά τα Αναγεννησιακά πρότυπα, απόηχοι των οποίων χρησιμοποιήθηκαν μετεξελιγμένοι αργότερα, με σκοπό να υπηρετήσουν αναβιώσεις και απόψεις περί του αρχαίου δράματος. Έτσι λοιπόν, ο λόγος θεωρείται ως απαραίτητο στοιχείο, που συνοδεύει και προστατεύει τον ειρμό και την λογική εξέλιξη της χορευτικής δράσης. Στην εκτός Ελλάδας πρακτική, υπάρχουν μερικές πολύ σημαντικές διαφοροποιήσεις που αφορούν την χρήση και λειτουργία της κίνησης, της μουσικής, και βεβαίως του λόγου, και δίνουν στο Χοροθέατρο τα κυριότερα χαρακτηριστικά του, που είναι η άρνηση του ρεαλισμού, συχνά μέσα από ακραία αληθοφανείς εικόνες, καθώς και η κατάλυση της γραμμικότητας της αφήγησης. Σε μια πρώτη ματιά η απλοποίηση των κινητικών μοτίβων, ειδικά στην πρώτη περίοδο του είδους ως τα τέλη της δεκαετίας του ’80, η χρήση καθημερινών κινήσεων (περπάτημα, κάθισμα, χαιρετισμός, αγκάλιασμα κλπ.), δίνει την εντύπωση μιας εξαιρετικής όσο και απατηλής απλοποίησης. Από την άλλη ο λόγος, εκφερόμενος σε καίρια για την παράσταση σημεία, αρθρωμένος σωστά, προσεκτικά, είναι συνεπής προς τα συμφραζόμενα (context) της κατάστασης εντός της οποίας μοιάζει να εκφέρεται, καθώς και με τον υποτιθέμενο χαρακτήρα του προσώπου που λέει την ή τις φράσεις, τα τραγούδια κλπ. Εστιάζοντας προσεκτικότερα όμως σε όσα συμβαίνουν, κι εδώ μας αφορούν και θα ανφερθούμε μόνο στα έργα της Πίνα Μπάους, θα διαπιστώσει κανείς ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται...Μετά από παρατήρηση διαπιστώνει κανείς ότι στην πραγματικότητα ο λόγος εκφέρεται σε «λάθος στιγμές», από «λάθος ανθρώπους». Έτσι, όχι μόνο βοηθά στο να κατακερματιστεί η πραγματικότητα και η «αλήθεια» της, αλλά αναδεικνύουν άλλες πλευρές του ανθρώπου που ομιλεί, ανατρέποντας την ιδέα που είχαμε σχηματίσει γι’ αυτόν/ήν. Από την αδυναμία τελικά να ομιλήσει το «σωστό», ο άνθρωπος αποκαλύπτει εμμονές, εσωστρέφεια, μια αφύσικη παιδικότητα στη συμπεριφορά και κυρίως, απραγματοποίητες επιθυμίες τις οποίες αδυνατεί να αφήσει να αναδυθούν, παρά μόνο μέσω του κατακερματισμένου λόγου του, που τον κάνει να «χάνεται» μέσα στη μαγεία των δίχως νόημα φράσεων που με θαυμασμό εκφέρει ή να απορεί. Απορημένος λοιπόν, προσπαθεί να εξηγήσει, να γεμίσει το κενό με μια καινούργια φράση, που τον βυθίζει ακόμη περισσότερο στον λαβύρινθο της ασυνεννοησίας με τον ίδιο του τον εαυτό, ακόμη δε περισσότερο με τους άλλους, καταλήγοντας σε μια «Βαβέλ» με κωμικές και απρόοπτες συνδιαλέξεις. Τα «όντα» που κυκλοφορούν στη σκηνή, αδυνατούν μεν να επικοινωνήσουν, ο λόγος τους όμως είναι φτιαγμένος από απόλυτα σωστές συντακτικά και γραμματικά προτάσεις. Ο σεβασμός στα μέρη του λόγου είναι επιδεικτικά έντονος, εντείνοντας την ειρωνεία για την ασφάλεια, την απόσταση και την ευτυχία που αυτός (ο λόγος δηλαδή) εγγυάται, όταν η λογική «καταρρεύσει», ή μάλλον αποδειχθούν στενά και απρόσφορα τα όριά της. «Ξέρω να μιλώ, άρα ξέρω ποιός είμαι», είναι ένα από τα βασικά σχήματα που ανατρέπει με καυστική ειρωνεία, ενίοτε με πικρία, και αθώο χιούμορ, η Πίνα Μπάους. Στο «1980», αναμνήσεις σαν να ξεφυλλίζει κανείς ένα παλιό άλμπουμ ή σαν να καθαρίζει ένα δωμάτιο που άδειασε, γεμίζουν τη σκηνή για τρεισίμισυ ώρες. Μια σκηνή στην παραλία, σε ρεαλιστική ανάπλαση σαν πίνακας του Ζώρζ Σερά, αλλά απρόσφορη αν επιχειρήσει να την αναλύσει κανείς (υπερτονισμένη ειρωνικά η νευρωτική διάθεση των ανθρώπων που κάνουν ηλιοθεραπεία, να εκθέσουν τα μέρη που επιθυμούν ή να τα κρύψουν, να τα καλύψουν), συνυπάρχει με αναμνήσεις/σκηνές γενεθλίων, «πρόβες ταφής» (το ζευγάρι που χορεύει αγκαλιασμένο με τη γυναίκα ακίνητη στα χέρια του άνδρα πάνω σ’ ένα κομμάτι καθαρισμένο από το γρασίδι που από την αρχή του έργου καλύπτει απ’ άκρου σ’ άκρο τη σκηνή) κ.ο.κ. (Οι χορευτές που εμφανώς παριστάνουν τους λουόμενους, για παράδειγμα, είναι κι ένα έμμεσο σχόλιο πάνω στη σύμβαση του θεάματος, αλλά αυτό είναι ένα λάλλο ζήτημα, που σχετίζεται με το πολυδιάστατο των έργων της Μπάους). Η α-συνέχεια είναι ένα σημαντικό μέρος της όλης διαδικασίας του θεάματος, όπως ακριβώς η απώλεια και η συμφιλίωση μ’ αυτήν. Στο Χοροθέατρο της Πίνα Μπάους θα πρέπει να ξεχάσει κανείς την επιθυμία της γραμμικής αφήγησης, και να συμφιλιωθεί με την ασυνέχεια, το ταξίδι στο χρόνο, την αυθαίρετη συμπύκνωση παρελθόντος και μέλλοντος. Π.χ. στο «1980», τα μοναχικά γενέθλια με τη γυναίκα να τραγουδά “Happy birthday to me”, μπορεί να λειτουργούν ως στοιχείο ανάμνησης (παρελθόν), αλλά και ως σκέψη για το μέλλον (πώς είναι να βρίσκεται κανείς μόνος στα γενέθλιά του τα επόμενα χρόνια;). Η μουσική, ένα κολλάζ ήχων, ρυθμών, παιδικών τραγουδιών ανάμικτων με μακρά διαστήματα σιωπής, είναι το «φόντο» κόντρα στο οποίο στήνονται οι απατηλά αληθινές ιστορίες της Πίνα Μπάους. Είναι άραγε το έργο της –εν ευρεία εννοία- πολιτικό; Η ίδια το αρνείται, καταφεύγοντας στην προφανή δήλωση «μα δεν υπάρχει πολιτικός σχολιασμός ούτε αναφορές στην πολιτική στα έργα μου». Παρ’ όλα αυτά, κατά μια έννοια, θα ‘λεγε κανείς πως είναι. Μακριά από την «διακοσμητική» αντίληψη των «μετανοούντων» και σε απόσταση από την βίαιη καταγγελία του Χάνς Κρέσνικ ή τον φεμινιστικό απομονωτισμό της Ράινχιλντ Χόφμαν, η Πίνα Μπάους μελετά σε βάθος και λεπτομερώς τους «χαρακτήρες» των έργων της, καταλήγοντας να «συγχύσει» σε σύνθετες εικόνες προσωπικές θέσεις, ευρέως διαδεδομένα στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, και επιμέρους παρατηρήσεις παρμένες θα ‘λεγε κανείς από καθημερινές σκηνές. Συνεπής με τα ψυχολογικά πορτραίτα του (Άγγλου) δασκάλου της Άντονυ Τιούντορ (κατά την σύντομη παραμονή της στην Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του ’60), και της ανάλυσης και ενδελεχούς παρατήρησης του κοινωνικού ιστού κατά τον τρόπο –και πέραν αυτού- του άλλου δασκάλου της, του Κούρτ Γιός, η ίδια τα αποσυνθέτει, τα τεμαχίζει και απομακρύνει την αληθοφάνειά τους, προκειμένου να «αποδώσει» στον θεατή μια «αφήγηση» συνεπή προς την άγνοια του ανθρώπου για τον ίδιο του τον εαυτό. Η κριτική των κοινωνικών συνθηκών, του τρόπου ζωής, των ιδεολογημάτων της ευτυχίας, είναι έντονη και καυστική. Υποκριτές, καλοπροαίρετοι κιόλας, ζώντας σε ψευδείς συνθήκες γνώσης που ανά πάσα στιγμή καταρρέει, ανασφαλείς και γκαφατζήδες ικανοί να πουν το λάθος πράγμα τη λάθος χρονική στιγμή, οι «ήρωές» της αποκαλύπτονται ευάλωτοι, ατελείς, μεγάλα εξαρτημένα μωρά σε «στολές» και ρόλους ενηλίκων. Εικόνες που φέρνουν θλίψη, μελαγχολία, πόνο, και διακινούν στον θεατή προσωπικές διαδικασίες ανάμνησης που μπορούν να τον οδηγήσουν στη δυσφορία και τη δυσαρέσκεια. Στα έργα της, τα πράγματα δεν είναι ποτέ αυτά που φαίνονται, κι αυτό θα πρέπει να το λάβει υπόψη του κανείς, και να μην παρασυρθεί από εσκεμμένα ατελείς ή κωμικές φράσεις και παράδοξες στάσεις του σώματος, θεωρώντας τες ως εύκολα «αστεία». Αυτά είναι απλώς τα εργαλεία της σκηνικής μεταφοράς της άγνοιας και της ασυνεννοησίας όπως τονίστηκε και πιο πάνω. Συχνά στα έργα της, θεατές αποχωρούν ή προσπαθούν με όποιο τρόπο μπορούν να χειριστούν το «βάρος» της συναισθηματικής φόρτισης. Τότε το γέλιο, αμήχανο, μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμος σύμμαχος. Ένα γέλιο που μπορεί να λειτουργήσει ως άμυνα στη σκληρότητα της διαδικασίας αναγνώρισης.

Αυγή, Ιούλιος 2001