Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

ΚΑΤΙ ΕΙΠΕ ΚΑΠΟΙΟΣ μπλόγκερ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ...


Υπάρχουν πολλές περιοχές στην Αθήνα που φιλοξενούν πλούσιους. Πολύ πλούσιους. Λίγες όμως είναι τόσο ταυτισμένες στη συνείδηση των κατοίκων του λεκανοπεδίου με τη μισητή –πλην υπαρκτή- ταξική διαστρωμάτωση, όσο, (ας τολμήσουμε να το ονομάσουμε), το Κολωνάκι.

Για την πλειοψηφία των οδηγών ταξί, το Κολωνάκι είναι η ποντικοπαγίδα με τα μικρά δρομάκια που απειλούν να στείλουν το αμάξι τους στο «συνεργείο του Βασίλη» για αγρανάπαυση επί τριήμερο, απειλώντας την τροφοδοσία της οικογένειας (γι’ αυτό κατέβαινε στρογγυλεμένο το ποσό της κούρσας και κοίτα να σου αρέσει η πενταπλή μίσθωση). Το Κολωνάκι, ως αντίστοιχο των Δελφών, είναι κέντρο συνάντησης και έκδοσης χρησμών. Επομένως, θέσφατον πρώτο, όλοι έχουν να διηγηθούν κάτι για τον ημι-υπέρ διάσημο που είδαν ένα βράδυ/πρωί/μεσημέρι στα δρομάκια/καφέ της εν λόγω περιοχής. Όλοι έχουν να διηγηθούν μια εμπιστευτική συζήτηση που έλαβε χώρα στο διπλανό τραπεζάκι και την άκουσαν οι ίδιοι ή ο κολλητός τους ή ο κολλητός της κουνιάδας του αδερφού του μπατζανάκη τους, και περιείχε όλα όσα η φαντασία επιθυμεί και ονειρεύεται για να τραφεί ενώ περιμένει υπομονετικά τη σειρά στο κουρείο: το πραγματικό ύψος της στάρλετ χωρίς τα δωδεκάποντα, τον ακριβή αριθμό ρυτίδων της παρουσιάστριας, τη ματιά του πολιτευτή που αποφεύγει τη βλεμματική επαφή, την ερωτύλα διάθεση του γνωστού συγγραφέα. Θέσφατον δεύτερο και κοινή παραδοχή, το Κολωνάκι κατοικείται από ένα αλλοπρόσαλλο πλήθος που έχει πουλήσει τη ψυχή του στο διάβολο προκειμένου να βρεθεί με ένα διαμέρισμα της παλιάς, καλής εποχής, εκμοντερνισμένο σε εκδοχή μαιζονέτας, σε έναν από τους δρόμους με τα αρχαιοπρεπή ονόματα. Ο μύθος καλλιεργείται από τις ταμπλόϊντ εκδόσεις που παρουσιάζουν με πηχιαίους τίτλους τον τρόπο ζωής και τα σκάνδαλα στην υπεράνω πάσης υποψίας περιοχή της Αθήνας: «κολασμένο διαμέρισμα με δίμετρες καλλονές απ’ την Απχαζία στο Κολωνάκι», «ραντεβού θανάτου για (ξανά) δίμετρες, ημιανήλικες κουκλάρες και εμπόρους ναρκωτικών στην περιοχή των επωνύμων» (το Κολωνάκι ντε!), «αγαπημένη περιοχή των σούπερ-μόντελς απ’ τη δώθε-Τουρκμενία το Κολωνάκι-σφαγή για την δίμετρη Τατζίκα ΡαχάτΛουκούμ», «κόκα, μόκα και ακριβά αυτοκίνητα για τον επονομαζόμενο γάτο της κοσμικής Αθήνας, με ορμητήριο το Κολωνάκι»…

Ο δήμαρχος, αφουγκραζόμενος την κοινωνική κατακραυγή, και νιώθοντας προσωπικά υπεύθυνος για την αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης και τάξης, σε μια πρωτοφανή κίνηση θάρρους απέναντι στο σιχαμένο κεφάλαιο, ξήλωσε τις νερατζιές κι επέβαλλε το Βαγκνερικό, πλην ισχνό, χλωμό και θαμπό τοπίο με τις λεύκες στην οδό Κανάρη. Οι εφορίες, το ένα τους με τους οδηγούς ταξί και το «σύλλογο προστασίας του σασμάν», και με σπόνσορα τα απανταχού συνεργεία της οδού Λιοσίων («ο Μπάμπης», «ο Λάκης», «ο κυρ-Θόδωρας», «ζυγοστάθμιση-ευθυγράμμιση ο Μήτσος»), ανακήρυξαν την περιοχή λυσσαλεωδώς φορολογήσιμη και την τσέπη των κατοίκων είδος υπό εξαφάνιση. (Πιθανολογείται ότι με την οικονομική κρίση, μια δεύτερη εικόνα Κατοχής θα ξεσπάσει, με τους κολονακιώτες να τρέχουν στις γειτονιές της Αττικής για λάδι, ανταλλάξιμο με Μανόλο Μπλανίκ και Πράντα).

Η περιοχή που ταυτίστηκε με τον αέρα στα μυκονιάτικα μαλλιά του Ζάχου Χατζηφωτίου και τον ελληνικό (καφέ) στην εκδοχή νεροζούμι «3.80 παρακαλώ και λίγα σας χρεώνω μανδάμ», δεν υποφέρει μόνο απ’ τις λεύκες, τις χωροταξικές παρεμβάσεις των πτυχιούχων αρχιτεκτόνων της εποχής του λυκόφωτος του ΕΜΠ (που για μυστήριο λόγο παίρνουν τις δουλειές του δημοσίου -προφανώς το δημόσιο ποσώς ενδιαφέρεται για κάτι άλλο πέραν της αναπαραγωγής της τερατώδους μορφής του σε τρισδιάστατο πολεοδομικό μοντέλο), και το ταξικό μίσος. Υποφέρει ακόμα από τα ανάγλυφα πεζοδρόμια προς χάριν των συνανθρώπων μας τυφλών, οι οποίοι, κρίθηκε από τους «αρμόδιους» ότι προφανώς θα έχουν «φαγωμένα» τακούνια, αλλιώς δεν εξηγείται το κυματοειδές του πεζοδρομίου που γαντζώνει τη σόλα και την καθηλώνει ένα βήμα πίσω απ’ αυτόν που τη φοράει. Υποφέρει από τα μέγκα-τζιπ που «βρίσκουν» στις γωνίες, κάνοντας τους πεζούς να αντικρύζουν το αγριεμένο βλέμμα της οδηγού μέσα από τις φράντζες της ξανθιάς υπερ-κάσκας («μου τα παραφούσκωσες Σούλα», «τι λέτε κυρία Μαρλέν Παπακαρλαύτη, έχει υγρασία, μη σας γίνουνε πράσα μέχρι να πάτε στην Εκάλη») που μιλάει ταυτόχρονα στο κινητό («το τελευταίο μπραζίλιαν μου ‘φερε φαγούρα μωρή Σολτάνα, κακομοίρα μου θα σε δυσφημήσω αν έπαθα τίποτα»), και σκέφτεται με ποια παγαποντιά θα το σκάσει απ’ τον ούτως ή άλλως αδιάφορο σύζυγο. Υποφέρει απ’ τα μπλόκια της πρεσβείας και τα προτεταμένα αυτόματα της φρουράς («με συγχωρείτε κύριε φρουρέ, αλλά αν εσείς πάθετε αμόκ, εγώ που περνάω εκείνη την ώρα, θα πάω άκλαυτη;» «όχι, χαχα, μην ανησυχείτε, τι είναι αυτά που λέτε;» «έχω τους λόγους μου που το λέω, ο φόβος φυλάει τα έρημα, δεν το κατεβάζετε να πυροβολήσετε το ποδάρι σας καλύτερα;»). Υποφέρει απ’ τους επιδειξίες μέρα μεσημέρι («με συγχωρείτε, ξέρω ότι φυλάτε την πρεσβεία, αλλά μάλλον χλωμό το βλέπω να παρενοχληθεί σεξουαλικά ο πρέσβης μεσημεριάτικο, δεν έρχεστε να πείτε στην ψυχοπαθητικάρα εδώ παρακάτω να βάλει το βρακί του και να πάει στα τσακίδια;» «δηλαδή τι είδατε;» «Το βρακί του έχει κατεβάσει, και παίζει με ό,τι βρήκε» «μμμμ…την αστυνομία να καλέσετε» «και γιατί δε μου το λέτε απ’ την αρχή αλλά με βάζετε να σας τα διηγηθώ πρώτα;» «…»). Υποφέρει από όσους ανακουφίζονται στα παρακείμενα παρκάκια, καθιστώντας τα αδιάβατα για τους κατοίκους απ’ τη μπόχα και τις σκηνές απείρου κάλλους. Υποφέρει απ’ το κλείσιμο –λόγω παρκαρίσματος- των κάγκελων, ώστε ούτε να βγαίνει ούτε να μπαίνει κανείς, ακόμη κι αν τον κυνηγάει αγριεμένο μηχανάκι που μάρσαρε ανυπόμονο πριν κάν ανάψει το φανάρι (συμπεριφορά απόλυτα εναρμονισμένη με του τουρκικού στόλου πριν και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου, γεγονός που αποδεικνύει και τα παράγωγα του μακραίωνου συγχρωτισμού με τη γείτονα χώρα). Υποφέρει απ’ τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα κατειλημμένα από σκουπίδια, χαρτόκουτα και μηχανάκια. Υποφέρει από την ανελέητη και αδικαιολόγητη για την τριτοκοσμική εικόνα της περιοχής ακρίβεια. Υποφέρει από το κακό σέρβις και την αγένεια –παρά το τσουχτερό αντίτιμο. (Άλλωστε αποτελεί σχεδόν ιδεότυπο πλέον η αυταρχική, φορτική, τεμπέλα, άσχετη με την παροχή υπηρεσιών πωλήτρια, στα μαγαζιά της περιοχής.)

Το Κολωνάκι, ως ένα βαθμό εξακολουθεί να λειτουργεί στη συλλογική μνήμη με συνιστώσες προπολεμικές: έστω κι αν οι οικονομικοί μετανάστες κάνουν τεράστιες ουρές σκοτώνοντας το χρόνο τους μέχρι να έρθει η σειρά για τα χαρτιά τους, κάνοντας την περιοχή μικρογραφία μικρομαχαλά στο Καράτσι. Έστω κι αν οι παρακείμενες πρεσβείες, τα ινστιτούτα και οι χώρες προέλευσής τους έχουν χάσει την αίγλη τους ή έχουν ολοκληρώσει ένα μέρος της αποστολής τους. Έστω κι αν στην περιοχή συναντάς ελάχιστα παιδιά μετά το σχόλασμα των ελάχιστων σχολείων της περιοχής. Έστω κι αν ο δήμαρχος έφτιαξε μια κακάσχημη εκδοχή του περίπατου υπό τις φιλύρες με τις αναιμικές λεύκες -που είναι σαν να βγήκαν από ποίημα του Παράσχου («θέλω την αγάπη μου αναιμική και ωχρή ωσάν σινδόνη…» ή κάπως έτσι). Έστω κι αν τα ταμπλόϊντ και οι σιλικονάτες εποχούμενες, οι επιδειξίες και οι τσιγκάνοι με το χαρτί υγείας (ενίοτε) ανά χείρας, παλεύουν να την μετατρέψουν σ’ ένα ιδιόμορφο γκέτο για το οποίο οι Αρχές, αδιαφορούν (μπορεί να είναι και καλύτερα, ιδίως αν σκεφτεί κανείς τον κίνδυνο «ανάπλασης» και «παρέμβασης»).

Τα στερεότυπα παραμένουν ισχυρά, ακόμη και στις εποχές αναδιάρθρωσης και ανακατανομής των ηγετικών περιοχών εντός του πολεοδομικού σχεδιασμού της πόλης. Η σκόνη από την αλλαγή κατοικίας και τον «εποικισμό» νέων περιοχών την τελευταία δεκαπενταετία έχει καταλαγιάσει, και διαφαίνεται πλέον η ταυτότητα, επαγγελματική και οικονομική, κάθε περιοχής, καθώς και η «κουλτούρα» της, το πολιτισμικό της στίγμα. Το Κολωνάκι, με εικόνες από Ασία, Ζεφύρι, και μια εσσάνς κακού γούστου φιλοξενεί ένα ανάμικτο δείγμα πληθυσμού, σπασμένα πεζοδρόμια, βρώμικες πλατείες, υπερτιμημένες υπηρεσίες και το χειρότερο, δεν ελέγχει τη μοίρα του.


(Votre Beaute, Ιούνιος 2009)


Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

ΚΑΛΟΜΕΛΕΤΑΤΕ ΚΙ ΕΡΧΕΤΑΙ

η 1η Ιουλίου. Θα γίνετε 358 κιλά που θα κόψετε το κάπνισμα για να μην ταλαιπωρείστε και επειδή τώρα είναι ξενέρωμα που θα παριστάνετε τους νεουορκέζους, με την όψη τη βαλκανομεσογειακή, να βγαίνετε όξω για κάπνισμα, και μετά, όταν οι κώλοι θα σέρνονται στα εφτά πατώματα, θα το ξαναρχίσετε και θα το ντύσετε και με το την ιδεολογία της αντίστασης. Σαν τις δίαιτες από Δευτέρα.
Εγώ, δεν μπορώ να καπνίζω λόγω αλλεργίας, και με ενοχλούν και οι γάιδαροι που το ανάβουν και δε ρωτάνε (π.χ. ο ταξιτζής που 'χει ρίξει δέκα ρουφηξιές και μετά λέει "μήπως ενοχλώ να το σβήσω;" έτοιμος να κλάψει ο ζήτουλας άμα του πεις "ναι ρε μαλάκα, σβήστο"). Θυμάμαι όμως από τις καπνιστικές μου εποχές που δεν ήταν ποτέ τράτζικ σε ποσότητα, τα ωραία τα Μοντεκρίστο. Μετά είδα γύφτουλες να τα κρατάνε, και μου κόπηκε η συνήθεια. πάντως κάπνιζα καιρό πούρα και είχα καλή ενημέρωση επί του θέματος. Θυμάμαι δε -αρχίζει το κοσμικό εδώ- στο Ατλάντικ μπαρ στο Λονδίνο, κάμποσα χρόνια πριν χοτ σποτ της πρωτεύουσας, που είχαμε πάει και αφού φάγαμε και ήπιαμε, εγώ και οι άντρες της παρέας πήραμε πούρα, εγώ μαλλί μπανάνα (ναι, οι άντρες αναγνώστες δεν το ξέρουν το χτένισμα, σκασίλα μας με τα ζώα!) και φόρεμα μαύρη δαντέλα vintage (ναι, τι να γίνει, ανοίξετε κανά περιοδικό να μορφωθείτε και οι άντρες), και ο μαιτρ πηγαινοερχότανε κι έκανε νοήματα "πω πω!" και "ω ρε μάνα μου!" στο διακριτικό και το εγγλέζικο.

Υ.Γ. Αυτά κι άλλα χειρότερα θυμάσαι, άμα βλέπεις τρεις παραστάσεις κολλητά στο φεστιβάλ παρασκευοσαββατοκύριακο αντί να δεις κανάν άνθρωπο.


10%


http://www.10percent.gr/periodiko/teyxos26/1199-2009-06-19-10-30-34.html

για δείτε το link...




Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

ΦΕΣΤΙΒΑΛ...

βάϊ βάϊ βάϊ πήγα σε παραστάσεις.
Αμ πήγα στους φούρα ντελς μπάους...άει τι το ΄θελα η καψερή; άει μια ώρα δρόμος κι στου τέλους οι καταλανοί, άει ούτι στουν ιχθρό μ' τέτοια δουκιμασία! Μιάμ'σ ώρα διάρκησ' του θέαμα, κι δι μπαίζαν κι καλά, είχι κι σκουτάδ' κι διν έβλεπα του ρουλόϊ, κόντιψα να σκάσου! Βρώμαγι κι η διπλανή μ', μαρή νέα κουπέλα, όλα έξου βυζά κώλ' κι να βρουμάει σκατίλα-πουδαρίλα!!!; Κόντιψα να πάθου τι νόσου τουν δυτών επειδής ανάσαινα σι δόσεις!
Πρόσιχα ένα ηθουποιό π' μ' άρεσ' μόνου κι πέρασ' κάπους η ώρα. Μι τι σκέψ' τιν πουνηρή πιρνάει κάπους του κακό του θέαμα. Σκέφ'κα ιπίσης και τα ψώνια στου σούπιρ-μάρκιτ, να πάρου πάμπερς, τρυλ, να δείρου τη δουλάρα, να κάνου μανικιούρ κι ανταύγειις, σκέφ' κα κάτ' παλιοί γκόμιν', μιτά τα προυσουπικά μ', μιτά δε θυμόμαν' αν είχα πάρ' πουρτουφόλ' μαζί κι άνοιξα την τσάντα κριιιιιιιιικ κι μ' αγριουκοιτάξαν' που χάλαγα τη συγκέντρουσ' -είχαν κοιμηθεί γι' αυτό, δεν πρόσιχι κανένας του έργου. Πουνηρός ου θίασους όμους, είχι βάλ' κάμιρις κι μας έδειχνι κι όποιος κοιμότανι τ΄ τραβάγαν' σφαλιάρις.
Άει αγανάκτ'σα σας λέου. Μιτά διν μπουρούσα να κοιμιθού, θυμήθ' κα του μάλερ@ κι ήθιλα να τουν πάρου να τουν ξιχέσου για τουν Ξινάκ' κι τουν Κιέιτζ (αυτός ου Κέιτζ, βλάχους ήτανι κι τ' όνομά τ' κόβιτ' έτσ' ουραία;) Τελουσπάντουν, άμα μι ξαναδούν να μι γράψ' νι. Καλύτερου του ελληνικό τ' Άγγιλου Μέντ(η) μι τι Στελλάτου, "Κωλοδουλειά". Θα εκτιμήσου την τουπική τέχν' κι να πάνε να γ....νι οι καταλανοί. Σιχτίρ για θέατρου!


Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

ΕΧΩ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

...ανακατεμένος ο ερχόμενος στο μυαλό.
πρώτον, τον Ξενάκη και τον Κέϊτζ, από έναν καυγά στο μπλογκ του μάλερ@. Είπα ότι όταν η τέχνη εκφράζει ψυχαναγκαστικούς και passive-aggressive έτσι ακούγεται. Είπα επίσης, ότι μόνο με το ιδεολόγημα/ιδεολογία/φτιασίδι, όπως θέλετε πείτε το, κάποιου που βιώνει την ύπαρξή του ως ελλειματική (σε διάφορα επίπεδα: σεξουαλικότητα π.χ.) μπορεί να παράξει τέτοια ενοχλητικά αποτελέσματα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Εναλλακτικά, θυμίζουν εκδικητικά ενοχλητική φασαρία παραγκωνισμένων παιδιών. Είπα επίσης, ότι δεν είμαι συντήρω, αλλά ακούω και πριονοκορδέλλα άμα λάχει σε παράσταση. Επίσης, ότι πρόκειται για ληγμένα πειράματα: ο Κέιτζ ήθελε να γίνει χαχα ο Ντυσάν (εύκολο είναι;) της μουσικής, και πήρε στο λαιμό του και τον έρμο τον Κάννινγχαμ που πέρασε μια ζωή, τόσο ταλαντούχος ο ίδιος, να εικονογραφεί τη μουσική του γκόμενου. (δεν τά 'φτιαχνε με κομμωτή καλύτερα;)

δεύτερον, και άσχετο, θυμάμαι μια σουρεάλ εικόνα από χθες στον εθνικό κήπο: από τη μια, ένα κωλόγατο τόσο δα να παίζει με τα παιδάκια άφοβα και να γίνεται το σύστριγγλο, κι από την άλλη ένα μεγαλύτερο γατί, να τα κλαρώνει δίπλα στο σκάμα με την άμμο που παίζουν τα παιδάκια. έσκαψε ο λεβέντης, στο κεντρικότερο σημείο, έκατσε, μισόκλεισε τα μάτια, και σφίχτηκε. τα νήπια νομίζανε ότι τον φυτέψανε εκεί το γάτο οικοθελώς, και θαμάξανε για την πόζα. ο γάτος τη δουλειά του, και άξαφνα, ένα μεγαλύτερο νήπιο, έκατσε δίπλα και άρχισε να μαζεύει άμμο γύρω-γύρω απ' το γάτο, λες και θα τον έβαζε στα αμμόλουτρα. με μια τρυφερότητα, θαυμασμό και περιποίηση για τη θείτσα το γάτο, να μη στέκεσαι απ' το γέλιο. Η σκηνή έγινε ακόμη πιο επιπέδου, όταν ο γάτος κοίταζε τον κύκλο γύρω του να ανεβαίνει με το κεφάλι να γυρνάει ανήσυχο ως περισκόπιο, και ταυτόχρονα να συνεχίζει την ανάγκη του. προφανώς είχε λύσει εξισώσεις με διαφορικό λογισμό μέχρι να τελειώσει, και ήξερε όλες τις συνιστώσες της διαφυγής. μόλις τελείωσε λοιπόν, έκανε ένα χοπ! και βγήκε απ' το αμμόλουτρο, έκατσε δίπλα και το κοίταζε σαν πανεπιστήμονας μαζί με τον εξίσου απορημένο μικρό που ήθελε να βάλει το ζωντανό να παίξει τη θεία τη Σολτάνα. Ούτε ο Ζακ Τατί σκηνοθέτης...

Τρίτον, εκεί στη δημοσιουπαλληλική ΕΡΤ, σήμερα το πρωί, ανακοίνωναν τους θανόντες, και είπαν και για τη Φάρα Φώσετ. Και η παλαιοκνίτισσα η παρουσιάστρια, με τρόπους αγροτοτηνέιτζερ πέρα ραχούλας 1954, γέλασε για το καλλιτεχνικό παρελθόν της Φάρα, που δεν δικαιολογούσε στην κακότροπη ημικουλτούρα της το δικαίωμα της αναφοράς. Ως ταγάρι αστοιχείωτο, ξέχασε ότι βρισκόταν στην τηλεόραση κι όχι στο τσαρδάκι της, προφανώς τα μπερδεύει τα δύο -δεν είναι η μόνη, και τόνισε με γέλωτα το μαλλί της εκλιπούσης ως μόνο θυμητικό. Ήθελα να 'ξερα τα προσόντα κατά την πρόσληψη της κυρούλας που πληρώνουμε για να ρεμβάζει τα σαββατοκύριακα στην Αγία Παρασκευή. Προφανώς δεν ανησυχεί για τους τρόπους της, καθότι μάλλον την πληρώνουμε βρέξει-χιονίσει.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

ΜΗΝ ΑΓΟΡΑΖΕΤΕ ΑΙΡ-ΚΟΝΤΙΣΙΟΝ...

αγοράστε ανεμιστήρες οροφής. είναι ατμοσφαιρικοί, ντιζαϊνάτοι, φθηνότεροι, δεν ρυπαίνουν, δεν κοστίζουν τόσο στη ΔΕΗ, ανακυκλώνονται και δροσίζουν. Επίσης χρησιμοποιούνται όλο το χρόνο.
εμείς τους δώσαμε και ονόματα για ευνόητους λόγους (το νήπιο): Θεμιστοκλής (που είναι ήρωας της μαμάς), Μιλτιάδης, Κίμων και Παυσανίας. Λέει το νήπιο: "να ανοίξουμε το Θεμιστοκλάκη (...)", λες "όχι, άμα θες πήγαινε στον Παυσανία", και κάνεις και αρχαιομαθής με ένα touch modernization.

Πάρτε ανεμιστήρες!!! Τα αιρ-κοντίσον μου κάνουν σαν τα τεράστια 4Χ4 στο κέντρο της Αθήνας: μας κλέβουν τον αέρα και ανεβάζουν τη θερμοκρασία ρυπαίνοντας πολύ.


Ευχαριστώ που ακούσατε το μήνυμα της εταιρείας μας.


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Απ' το οικογενειακό άλμπουμ της tanila@

Είναι μωρό ακόμα στην αγκαλιά -της θειάς της...

Για τη γριά

αφιερώνω το βίντεο στους αναγνώστες για να γελάσουν. η γριά (τανίλα@) κάθεται πρώτη αριστερά επάνω-επάνω, εκεί απ' όπου θα βγει ο τραγουδιστής -της εποχής της- με κόκκινο φουστάνι, δίπλα σε έναν με κίτρινο πουκάμισο. Φαίνεται το γκούντα, γιατί έχει ξεχάσει για ποιό λόγο είναι στο στούντιο.









Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Άσπονδος φίλος θεατρολόγος...

...μου έστειλε μέιλ όπου μου έγραφε μεταξύ άλλων, "και μπράβο για το κόμμα σου που ανέβασε το ποσοστό του". Απαντάω εγώ με τα δέοντα καντηλέρια, "α, το πρόσεξες κι εσύ ότι ο Γιωργάκης ανέβηκε;" "Όχι", μου λέει αυτός, "για το ΛΑΟΣ έλεγα, κι άσε τα ψόφια". "Άντε μου στα διάλα", του ανταπαντώ και μην τα πολυλογώ (που θα τα πολυλογώ άμα θέλω δικό μου είναι το παρόν μπλογκ),

ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΕΓΩ ΓΙΑ Λ.Α.Ο.Σ.;

Απαντήστε. Άντε, απαντήσετε ντε! Να σας δω κι εσάς οχιές διμούτσουνες.




Δεν ξέρω,

αλλά νομίζω εκείνο το άδικο της "Αυγής" -αν θυμάστε επί παλαιοτέρου- ήρθε και στοίχειωσε το κόμμα ολόκληρο. Κι εκείνα τα ποστ αισθάνομαι ότι τώρα δικαιώνονται. χιχιχιχιχιχιχιχι

Τελοσπάντων, είμαι και ανώτερος άνθρωπος και δε θέλω να πω κακό, θα σταματήσω εδώ. (Μήπως να στείλω συλληπητήριο;)









Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Γενικές παρατηρήσεις

Μπήκαμε για τα καλά στην "εποχή" των παραστάσεων χορού. Με αφορμή το πέρασμα στην κυρίως φάση της σαιζόν του χορού, η στήλη θα ήθελε να προβεί σε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις: ας δοκιμάσουν να αφήσουν οι χορογράφοι στην άκρη για ένα διάστημα την αρχαία ελληνική γραμματεία και μυθολογία. Ειδικότερα τις Αντιγόνη, Κλυταιμνήστρα, Μήδεια, Περσεφόνη, άμα δε και τις Εκάβη και Ανδρομάχη, που πρέπει να πάρουν μια ανάσα...
Βεβαίως αν λείψει η καβάντζα των αρχαίων μύθων, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος του σεναρίου ένθα αναλύονται οι ψυχικές συγκρούσεις του χορογράφου/auteur, γεγονός πυο θα έκανε τον καθένα να ενθαρρύνει την "επιστροφή στο μύθο." Ελλοχεύει επίσης η προσπάθεια του χορογράφου να συγγράψει από την αρχή μια ιστορία -χωρίς την ποιητική χροιά (...) των απολύτως προσωπικών εμπειριών- οπότε αναγκαστικά προκρίνεται και πάλι ο μύθος (ο αρχαίος).
Άλλη παρατήρηση είναι ότι μια παράσταση χορού (εν προκειμένω) δεν θα πρέπει επ' ουδενί να εκλαμβάνεται ως ξεφύλλισαμ περιοδικού ποικίλης ύλης, και δη των προτελευταίων σελίδων (συμβουλές για τα μαλλιά/τα τελευταία και πιο "ιν" βερνίκια νυχιών). Επίσης ο περίφημος "προβληματισμός" του έργου δεν θα πρέπει να θυμίζει τις τελευταίες σελίδες των προαναφερθέντων περιοδικών ποικίλης ύλης (αστρολογίες για νεαρές-"Κάντε το τεστ στην παραλία και κρατήστε τον για πάντα κοντά σας"). Και αυτό, διότι αν θέλει μέρος του φιλοθεάμονος κοινού να αισθανθεί ότι βρίσκεται σε χώρο κομμωτηρίου, δε χρειάζεται να τρέχει νύχτα στο θεάτρο, αλλά μπορεί να κλείσει κατευθείαν ραντεβού στο salon του επαγγελματία της αρεσκείας του.
Τρίτον, μην μαρτυράτε τις προθέσεις (του χορογραφήματος κατά το καρδιογραφήματος) από τα πέντε πρώτα λεπτά. Κρίμα είναι αν στριφογυρνάει το κοινό σας ατελεύτητα στην -άβολη (διότι ο χορός είναι πτωχή τέχνη και στεγάζεται σε απίθανα μέρη) καρέκλα του. Επίσης, καιρός είναι να πάψουν οι θεατές να εκτίθενται στον τυφλοσούρτη: "παγωμένος" φωτισμός για τη διάσταση απόψεων των χαρακτήρων και την "εσωτερική τους παγωνιά", ζεστές αποχρώσεις για τις γναικείες σκηνές ή τις συγκρούσεις εραστών κλπ. Και το κυριότερο, ας μην μπερδεύονται μεταξύ τους πράγματα αταίριαστα (ή μάλλον "ας μη βαφτίζεται το κρέας ψάρι"): ο χορός φερ' ειπείν ως ιεροτελεστία είναι μια σεβαστή άποψη και αισθητική τοποθέτηση στο πλαίσιο της δημοκρατίας, τι δουλειά έχει όμως να μεταμφιέζεται άλλα ιδιώματα μετα οποία βρίσκεται σε απόλτυτη ασυμβατότητα αισιθητική και ιδεολογική; Μερικές επιδερμικά μεταγραμμένες (αντιγραμένες) κινήσεις, ολίγη μεταφυσική και πολλή σοβαροφάνεια, όχι μόνο δνε καμουφλάρουν το ελεγειακό ύφος που υποκρύπτεται, αλλά εντίθετα, το κάνουν ακόμη πιο φανερό.

Δημοσιελυθηκε στην Αυγή, 3/6/2001)


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

τω αγνώστω χορογράφω

"Αέρας η κορούλα σας, κυρία Λίτσα μου, αέρας!", αναφώνησε συγγενής χορογράφου στη μητέρα της καλλιτέχνιδος, η οποία προ ολίγης ώρας είχε εκτελέσει, κυριολεκτικά, ένα περιπαθές άμα δε και άτεχνο σόλο επί σκηνής.
"Αέρας" δεν ήταν το "κοριτσάκι" της "κ. Λίτσας", κάθε άλλο: αργό, βαρύ και αγύμναστο , περιφερόταν ώρα στη σκηνή, προσπαθώντας μάταια να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της τεχνικής αλλά και της δεξιότητας στην εκτέλεση των κινήσεων. ("Μπερδευθείς οι ψήφοι στην κούτα, εβγήκε σταρ ελλάς η φαφούτα¨, έγραφε γα παρόμοιες περιπτώσεις ο μποστ. Σαν να λέμε δηλαδή πάνω στην αναμπουμπούλα, όποιος πρόλαβε δήλωσε χορευτής-χορογράφος.) Το λάθος όμως δεν ήταν της κόρης της κ. λίτσας. Σύμφωνα με τη μητέρα: "αν τα πράγματα ήταν καλύτερα για το χορό σ' αυτή την έρημη τη χώρα, θα μπορούσε να μεγαλουργήσει και ο εν λόγω "αέρας", πλην όμως αντίξοες συνθήκες και η αχαριστία του κοινού βάρυναν επικίνδυνα πάνω στο ταλέντο και την τελική απόδοση της καλλιτέχνιδος". Περίπου έτσι ερμήνευσε η αγαθή μήτηρ την κατά την κατά τη γνώμη της χαμηλή απόδοση, σε σχέση πάντοτε με τις κολοσσιαίες δυνατότητες της κόρης της. Η φίλη που είχε εκφέρει το χαρακτηρισμό "αέρας" συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι, και η μάνα συνέχισε με καμάρι αυτή τη φορά, την αφήγηση περί των στεναγμών και των βασάνων που υφίσταται χρόνια τώρα η κόρη της νυχθημερόν, λόγω της αφοσίωσής της στο χορό.
Άποψή μας είναι να πάψει να θυσιάζεται. Να παρατήσει ό,τι κάνει και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, να βρει μια δουλειά κανονική και να μην υποφέρει. Εκτός κι αν οι μικροαστικές ρεπροντυξιόν/χορογραφίες ενδιαφέρουν το κοινό (κάτι σαν τα αντίγραφα της Τζοκόντα ή τον λυπημένο κλόουν στο σαλόνι, το όλον με ενοχλητικά κίτρινο και μίζερο φωτισμό.) Κανείς όμως δυστυχώς δεν προέτρεψε την κόρη της κ. λίτσας προς την οδό της σωτηρίας, οπότε εκείνη, φεύ!, συνέχισε τις χορευτικές και χορογραφικές της προσπάθειες ακάθεκτη, μαζί με τους εξίσου άτεχνους συνεργάτες της. Υπό τα όμματα δε των συγγενών που είχαν καταφθάσει στο θεάτρο (με υπερηφάνεια στο ταμείο: "εμείς έχουμε εννέα προσκλήσεις! Ξαδέρφια βλέπετε!"). Η κατάθεση της ανθοδέσμης και των δακρύων συγκίνησης φίλων και κουμπάρων έγινε λίγο αργότερα, για να πραγματωθεί το περίφημο "Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει". Με βάση τα προαναφερθέντα, αν τελικά εμμείνει το ΥΠΠΟ στην απόφαση να καταθέτουν οι ομάδες χορού απολογισμό κερδών και αριθμό κοινού και εισιτηρίων με το κοινό να αποτελείται από σόγια, νονούς και κουμπάρους, , αντί στατιστικών και αποκομμάτων, μάλλον από πολλές εξ αυτών θα εισπράξει το εύστοχο σχόλιο: "Αέρας!"

Υ.Γ. Μην ανησυχείτε μπλογκοαναγνώστες μου, το ΥΠΠΟ δεν επέμεινε, και ο "αέρας" (κοπανιστός) ως συγγενής γνωστού πολιτευτού βρήκε θέση σε μεγάλη πόλη της βόρειας Πελοποννήσου (έχει και λιλιπούτειους καρναβαλιστές...")

(δημοσιευμένο στην Αυγή, 1/7/2001)

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΖΕΣΤΗ,

λέω να πηγαίνω και στο άλλο μου μπλογκ, στα θερινά ανάκτορα να κάθομαι λίγο...


Μέσα στο τροχάδην της ημέρας, κάθισα σε καθωσπρέπει καφέ, να ρημαδοπιώ μια πορτοκαλάδα, να χαλαρώσω λίγο με ένα άσχετο βιβλίο και να φάω ένα σκατοσάντουϊτς. Πίσω μου, τα καθίσματα ήταν σαν λεωφορείου κάπως, καθόταν μια κωλόγρια κακάσχημη (δεν ήταν η τανίλα, της έμοιαζε η κάμπια).
Αφού ήπιε εκατό ποτήρια νερό, είπα θα σκάσει απ' τον προστάτη αλλά δεν..., και έλεγε "κάνει ζέστη, δεν προλαβαίνω να πίνω νερό σήμερα", ήπιε και δεν ξέρω τι άλλο, κι εκεί που μασούλαγα το σαντουιτσάκι πάνω απ' το βιβλιαράκι και το 'βρεχα με πορτοκαλαδίτσα, άρχισε να ρεύεται η σκατόγρια, λέω μια φορά, παρ' όλο που αηδίασα με τον infernal ήχο, ο γέρος πάει ή από πέσιμο ή από χέσιμο, άει σιχτίρ, ας μη δώσω σημασία. Όμως το κτήνος συνέχισε, λέω ρε μαλάκα, τι άλλο θα κάνει, θ' αρχίσει να κλάνει το ερείπιο εδώ πέρα; Γυρνάω την αγριοκοιτάω, κοιτάω και την ιδιοκτήρτρια που καθόταν στο διπλανό τραπέζι, τίποτα!!! Η δε γριά συνέχισε! Κι αφού ξεθύμανε, σηκώθηκε το τέρας του Λόχνες κι έφυγε.
Τόσο κακό μούτρο, που σίγουρα σα σκατά ήταν και στα νιάτα της, κι αλίμονο στον κακομοίρη που κοιμόταν δίπλα στο εκτόπλασμα. Θέλω να βρίσω σαν τον κάπταιν-Χάντοκ: μπαμπουίνε, βαζιβουζούκε, κάμπια, σκολόπεντρα!!!
Αηδίασα, μ' έπιασε εμετός, κι έφυγα. Μετά βίας πλήρωσα το αντίτιμο. Κανονικά έπρεπε να με κεράσουν και να μου κάνουν και αέρα.




Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΟΥ...

Αγαπημένοι μου αναγνώστες, σήμερα θα σας παρουσιάσω ένα αριστούργημά μου, δημοσιευμένο στην Αυγή στις 7/9/1997, δηλαδή 12 χρόνια πριν. Δεν άλλαξαν πολλά, αλλά μερικούς τους κατάπιε η ιστορία. Είναι μέρος από την ανταπόκρισή μου από το φεστιβάλ χορού καλαμάτας, (δημοσιευμένη με αργοπορία), και είναι κριτική μιας παράστασης ενός πολύ αγαπητού στη διεύθυνση του φεστιβάλ καλλιτέχνη. Δώστε βάση στην πενιά:

Πετρούκιος, Κατερίνα και...Φίφης.

Καλαμάτας συνέχεια, και ο λόγος για την παράσταση με τίτλο "Με συγχωρείτε κύριε Σαίξπηρ", από την ομάδα Σύγχρονου χορού του Χάρη Μανταφούνη. Δεν ξέρω γιατί ζητάει συγγνώμη από τον Σαίξπηρ ο χορογράφος, τη στιγμή πυο μένει πιστός στον τύπο και το νόημα του κειμένου "Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι". Και μάλιστα τόνισε νοηματικά το έργο με τις επιδέξιες παρεμβάσεις του, μεταφέροντάς μας το μήνυμα που θα αναπτύξω αμέσως τώρα!
Είναι γνωστό πως η υστερία είναι γένους θηλυκού. Είναι επίσης επιστημονικά τεκμηριωμένο πως η γυναίκα για να στρώσει χρειάζεται το σωστό άντρα και ζοριλίκι σε μεγάλες δόσεις. Αλλέως πω η γυναίκα παραμένει δέσμια της πονηρής και κακοβούλου φύσεώς της, και ουδείς λογικός πρέπει να σχετίζεται και να κάνει δεσμό (...) με αυτή την κατηγορία των άρρωστων. Απειλές, ταπεινώσεις, εξευτελισμοί, νηστεία, κρύο και λοιπές συμπεριφορές μπορούν να χρησιμοποιηθούν επικουρικά γιατί χαλυβδώνουν την ανυπότακτη με στοιχεία υπακοής, ομοψυχίας και της διδάσκουν μια και καλή ότι η βασιλεία του παρασκήνιου ( α λα Βαλιδέ σουλτάνα), το κρυφό μίσος και η μεταλλαγμένη του μεταφορά μέσω των παιδιών από γενιά σε γενιά είναι ο καλύτερος δρόμος. Θεραπεύει την υστερία, μετατρέποντάς τηςν σε μια συμπτωματολογία ταιριαστή στον γυναικωνίτη.
Σαίξπηρ στο πιο μπρούτο και το πιο κακόγουστο είδαμε στο θέατρο του κάστρου της πόλης. Τραγικό είναι ότι σε μια παράσταση που σε άλλη περίπτωση θα αποτελούσε βήμα προς την καλλιτεχνική αυτοκτονία του χορογράφου οι κάτοικοι αντέδρασαν, οφείλω να το πω, θετικά. Δεν ξέρω αν εθισμένη στην παρακολούθηση βιντεοταινιών η ελληνική επαρχία αποχαυνώνεται όλο και περισσότερο, ήταν όμως δυσάρεστη έκπληξη η ευχαρίστηση στις χονδροειδείς σκηνές ταπείνωσης και εξευτελισμού της δύσμοιρης "Κατερίνας". Σ' αυτή τη χώρα που παρουσιάζονται τέτοια θεάματα μόλις στην πρωτεύουσά της γίνεται λόγος για προστασία απέναντι στην σεξουαλική παρενόχληση (απέναντι σε διευθυντές, καθηγητές, συναδέλφους κλπ.), ενώ ακόμη ο προσδιορισμός των ρόλων θύματος και θύτη σε πολίτες και "αρμόδιες αρχές" καταδεικνύει τη σύγχιση, την άγνοια και την ιδεολογική γραφικότητα των γνήσιων εκπροσώπων της Μεσογείου.
Δεν ήταν όμως μόνο οι γυναίκες στο στόχαστρο του χορογράφου. Ξέρετε βέβαια την ατραξιόν των ελληνικών ταινιών παλιότερων δεκαετιών, αλλά και το συχνό εύρημα (ελάχιστα παραλλαγμένο) σύγχρονων παραγωγών: καλέ, ναι! εννοώ το...τρίτο φύλο! Απεχθής και επάρατος κοινωνική κατηγορία, η οποία, όπως το λέει και η επιστήμη (από Δόκτωρα Μένγκελε και πάνω είναι οι αυθεντίες που έχουν αποφανθεί), θα έπρεπε να είναι κάπου μακριά, σε νησιά, αποικίες ή στρατόπεδα (διότι ως γνωστόν η εργασία φτιάχνει το χαρακτήρα του ανθρώπου). Υπήρχε λοιπόν στο έργο και ένας μόδιστρος υπεύθυνος για τα φορέματα της Κατερίνας, αντικείμενο χλευασμού από τον πετρούκιο.
Η στιγμή πυο ο τελευταίος του βγάζει την περούκα πάνω στη σύγχιση και τον εκνευρισμό που έχει προκαλέσει η διαδικασία επιλογής ενός φορέματος από την κατερίνα, είναι από τις πιο ενοχλητικές και προσβλητικές: με την αισθητική του "Φίφη" (αντίστοιχος χρονικός και λεξιλογικός προσδιορισμός, ο "τοιούτος"), ο μόδιστρος παρουσιάζεται εξαρχής ως ένα περιθωριακό, εκχυδα"ισμένο ον, η "πτώση" του οποίου προδιαγράφεταο ανησυχητικά από νωρίς. Χωρίς δε να μας έχει πέισει για την ανάγκη της περούκας στην ανασύνθεση της εποχής ο χορογράφος, η αποκαθήλωσή της ήταν όμοια με τη θλιβερή αποκάλυψη ενός ταπεινωμένου πλάσματος μπροστά στο σκηνικό πλήθος των χορευτών και του κοινού, κάτι σνα δημόσια εκτέλεση. (Μου θύμισε το γιο της γριάς πουτάνας σε μια από τις ιστορίες του "Ντιάλιθ' ιμ Χρηστάκη" του Σ. Δημητρίου, εκδ. Ύψιλον).
Δεν ξέρω τι έσπρωξε τον κ. μανταφούνη σ' αυτή την ολέθρια παραγωγή. Δεν ξέρω γιατί βάλθηκε να "σκοτώσει" το κοινό του με υπερβολική δόση ματσίσμο και κακού γούστου. Η αλήθεια είναι ότι το ίδιο το έργο, μπορεί να υποθάλψει και να κάνει τέτοιες τάσεις να θεριέψουν. Γι' αυτό υποθέτει κανείς ότι όταν ένας δημιουργός πιάσει στα χέρια του ένα τέτοιο έργο ή θα είναι σίγουρος πως θα κρατήσει αυστηρά τις ισορροπίες στην αναπαραγωγή του πρωτίτυπου ή θα έχει μια προβληματική να παρουσιάσει, σαρκαστική, ανατρεπτική, χιουμοριστική, δραματική, οτισήποτε τελοσπάντων στην περίπτωση μιας νέας εκδοχής. Αλλιώς, δεν πειράζει ας μην "ξαναγράψει" τον Σαίξπηρ με ή χωρίς συγγνώμη...
(ακολουθούν ευγενικά σχόλια για τους χορευτές).

*Το αφιερώνω στους σπουδαστές του φετινού Γ' έτους που αποφοιτούν οσονούπω, και στη συζήτηση που είχαμε σήμερα.

**Ακούγεται με το lose yourself του Eminem δυνατά.


Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ...

είναι απροκάλυπτα αισχρή διαφήμιση, και αφορά στο βιβλίο που βλέπετε, και το οποίο μετέφρασα και κυκλοφορεί εδώ και ένα μήνα περίπου.
Ο τύπος που το έγραψε, είναι από τους μουτζωμένους, ωραίος, νέος, αναγνωρισμένος, έξυπνος, και φαίνεται τον έτρωγε το θέμα.
Πέραν του ότι το μετέφρασα το καραπαλούκι αυτό, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο.

Υ.Γ. Θέλω να του γράψω του Ντάριν μια επιστολή να του πω τη γνώμη μου α λα Γκρεκ για όλες τις αναφορές που έκανε ο στριμένος σε ό,τι συγγραφέα του 'ρθε, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, και κόντεψε να πάθει το πλάγιο ο μεταφραστής.





Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

ΛΟΙΠΟΝ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΧΟΜΑΙ...

...είμαι φοβιτσιάρα, αλλά δεν πήγα στον Ρίτσο. Όταν κατάλαβα ότι έπρεπε να δω τριλογία, εγώ που δεν έχω φοβηθεί,
ναι το λέω με καμάρι,
τετραλογίες, πενταλογίες και πολυλογίες,
έργα του Πέτρου Γάλλια,
έργα της Ντορίνας Καλεθριανού,
έργα των "νέων Ελλήνων χορογράφων",
έργα της Στέφανι Τσάκωνα,
έργα ψώνιων αμετροεπών,
έργα του Παρασκευά Τερεζάκη,
έργα του Ισίδωρου Σιδέρη,
έργα του κάθε πικραμένου,
μεταμεσονύκτιες της Μαίρης Τσούτη,
έργα της Ελευθερίας Κουρούπη,
έργα της Σοφίας Σπυράτου,
έργα του Χοροθεάτρου Μυία,

εγώ που έχω ακούσει σε επιτροπές επιχορηγήσεων να λένε
"να δώσουμε γιατί αλλιώς δε μας πλένει ούτε ο Ευφράτης", "να δώσουμε γιατί είναι φτωχό παιδί", "να δώσουμε γιατί το κακόμοιρο είναι ανορεξικό", "να δώσουμε γιατί απασχολεί πολλούς χορευτές και βάζει και ένα μήνα ΙΚΑ", "να δώσουμε γιατί έχει μια ιστορία, έστω κι αν τα τελευταία δέκα χρόνια κάνει αηδίες",

-αλλά ίσως επειδή έχω δει και έχω ακούσει όλα αυτά,
δείλιασα και απέφυγα το Ρίτσο.
Υπάρχει όμως τιμωρία,
διότι έχω έναν Καστελούτσι ακόμα να κουλαντρίσω.

Θα σας πω τα νεότερα σε επόμενο ποστ.

Υ.Γ. Σόρρυ αν κάποιος από τους προαναφερθέντες είναι κολλητός σας, αλλά η αισθηματική ηλικία@ μου είπε να πάψω να καλύπτω κόσμο.



Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

EYΡΩΕΚΛΟΓΕΣ

Γυρίσαμε το βράδυ με την μπουμπού απ' τη βόλτα, μια ώρα κούνια ξεραθήκανε τα χεράκια μου, συν τραμπάλες/τσουλήθρες/γκοοολ/κατσικάκια/κουνελάκια/θέλω τη γατούλα/θέλω το σκυλάκι/θέλω το παπάκι/ουιιιιιιιιιιιν θέλω το παπάαααακιιιιιιιι (χοχοχο αμηχανία δεν το δέρνω το παιδί, μόνο του κλαίει)/θέλω μπαλόνι-ποιό θες; -τη Ντόλα -πόσο/τόσο/ευχαριστούμε-δε θέλω τη Ντόλα, θέλω το Μπάγκου Μπάνυ -μας δίνετε τον Μπάγκς Μπάνυ; ευχαριστούμε- Μπομπ Σφουγγαλάκη -όχι, μια χαρά είναι ο Μπαγκς -ουιιιννν Σφουγγαλάκη!- μας δίνετε κλπ. -ωλαίο, θέλω την Κίττυ λοζ -μας δίνετε κλπ. -ωλαίο, θέλω τον Μπάγκου Μπάνυ και τον Τζένυ (Τζέρυ) -ένα θα πάρουμε -τον Μπάγκου -χεχεχε μας δίνετε παρακαλώ κύριε τον Μπαγκς κλπ. -αποφάσισε τελικά; ορίστε! -κάθε φορά ο άνθρωπος έπρεπε να ξεμπλέκει όλα τα σκοινάκια.
Τελοσπάντων, έκατσα ο κουρασμένος άνθρωπος να ενημερωθώ μπροστά στην τηλεόραση (ό,τι και να πείτε δίκιο θα 'χετε, τι το 'θελα;) και είχα χαμηλά τον ήχο για να ακούω τις διαμαρτυρίες του νηπίου (μαμάααααααααααααααααααα! κοιμάται ο Μπάγκου; -κοιμάται -η Κίττυ; -κοιμάται -η γατούλα;-κοιμάται -ο χάμπτυ ντάμπτυ; -κοιμάται -η μπέιμπυ μπελούγκα; -κι αυτή -ο παππούς; παρομοίως -ο Τζένυ; είπαμε, ναι -το ελικόπτερο; τώωωρα;! του καλού καιρού -η Αναστατία/Αντωνία/ Γκέλη/θεία Λίκα/Πάνος/Γιώργος/Χρυσή όλη η βίβλος γενέσεως κοιμάται; ΝΑΙ!!!
Και παίρνει το μάτι μου -χωρίς ήχο είναι εντελώς αλλιώτικο- τους καλεσμένους στα διάφορα κανάλια: έπαθα κατάθλιψη: τέτοια χάλια, τέτοια αδιαφορία, μπασκλασαρία, και τα κοράκια οι δημοσιογράφοι να πουλάνε νταβατζιλίδικα προστασία σε επιτυχόντες και αποτυχόντες, θλιβεροί μεσάζοντες ενός εξαχρειωμένου και πεπαλαιωμένου συστήματος...Κακοπαρουσιασμένοι όλοι, ο Γιάννης Βούρος να αναλύει πολιτικά ζητήματα -ήμαρτον!- νεάζοντες, κακοντυμένοι, νεόπλουτοι, αγράμματοι, μπακαλόγατοι, αδιάφοροι, σφουγγοκωλάριοι, τσιράκια...Ευτυχώς είχε μια χαζοταινία με γερόντια Νίκολσον και Κήτον, και μια αηδία με ήθαν Χωκ και Ντένζελ, χιλιοπαιγμένη, και δε χρειάστηκε να δω περισσότερη "ενημέρωση".


Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΕΚΛΟΓΕΣ

Πώς έλεγε ο Ζαμπέτας, ιστορίες από έρωτες, έτσι λέω εγώ, ιστορίες από εκλογές.
Έλαχε λοιπόν το 1996 απόλυτα νέα και ωραία (για τη γριά τονίζω το "απόλυτη", και ξέρει η γριά ποιά λέω γριά), με διορίσανε δικαστική αντιπρόσωπο στην καισαριανή.
Μου λέει φίλος και συνάδελφος, ωχ! την έκατσες, η Αθήνα έχει 99 υποψήφιους για κάθε κόμμα επί διπλές εκλογές (Ευόρπη και ιθαγενείς), γ...έ τα, θα ξημερώσεις.
Κλαψ κλαψ λυγμ, κάθομαι και γράφω τη χαρτούρα, τα βασικά μέχρι τσι δύο το πρωί, να 'χω κάτι έτοιμο, και κατά τσι πέντε, ξυπνάω να πάω στη λαχαναγορά, παρντόν, στις εκλογές, καθότι έπρεπε αν πιθεωρήσω το τιμήμα πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις και το αρνηθώ (εγώ περαστική ήμανε, δεν γνωρίζω τον υπουργό εσωτερικών και διοίκησης, σταυρώστε τον τον κιαρατά).
Τελοσπάντων, πίνω καφέ, κάνω ενδοφλέβια καφείνη, πίνω εσπρέσσο, ελληνικό, ό,τι κυκλοφόραγε σε γκαϊβέ, και παγαίνω, αφήνοντας τον σύντροφό μου να κοιμάται (τον κλώτσησα πριν βγω, για να σιγουρευτώ ότι δε θα κοιμάται και τόσο πολύ, επίσης άναβα φώτα, έκανα θόρυβο, άνοιγα ντουλάπες κ.ο.κ., από ζήλεια και ποταπά ένστικτα και μόνο.)
Πάω στην καισαριανή, λέω να επιθεωρήσω το στράτευμα, είχε φαντάροι ακόμα τότε, είχε πάρει και ο πατέρας μου τηλέφωνο την προηγούμενη για να κάνει πλάκα, και μου 'πε "αύριο έχεις την εκτελεστική εξουσία και φαντάρους, να κάνεις ένα πραξικόπημα". Τι να πεις, δε μας έφτανε το ξενύχτι μας, είχαμε και τους ανιόντες να γελάνε εις βάρος μας.

Με βλέπει μικρή ο επιστάτης και οι λοιποί, σου λέει καλά θα γελάσουμε, του σφίγγω μια πενθήμερη και τη γραβάτα ίσια και να ξυρίζεσαι, κομένα τα χαμόγελα και τα κολλητηλίκια, και του λέω: τουαλέτα μόνο άμα δώσω άδεια (που δε θα δώσω), φαγητό μόνο όταν πεινάσω εγώ (που έχω κάνει χορό και έχω ασκηθεί στην εγκράτεια), και κομματικοί εκπρόσωποι να μη μου τα ζαλίσουνε γιατί θα γαμηθούμε στις ενστάσεις και θα σας πάω σερί μέχρι το ξημέρωμα, και να ξέρετε ότι εγώ έχω αυπνίες και στα παπάρια μου, εσείς θα φτύσετε αίμα. Μα..., πήγε να πει, μου του είπα, και λέω πού είναι τα κοπρόσκυλα εφορευτική επιτροπή και λοιποί; Δεν ήρθανε λέει, έχουμε αναφορές, ότι ούτε εφορευτικές, ούτε δικηγόροι, ούτε κανένας, έχει αποχή και προβλήματα παντού. (Ήταν εκείνη η γα.....νη η χρονιά αν θυμάστε!)
Λέω όποιος έρχεται, δε θα φεύγει, αναπληρωματικός ή ότι να 'ναι, αν δεν έρθει να με χαιρετήσει πρώτα.

Να ΄σου και δέκα λεπτά πριν ανοίξουμε, φτάνει ένα καλόπαιδο με κόκκινα μάτια, γύρευε τι είχε πιεί και καπνίσει, και λέει, μου 'πανε ότι με θέτε, τι με θέτε; Του λέω, τις ει; Αναπληρωματικός και από πάρτυ, δε στέκομαι στα πόδια μου, πάω για ύπνο. Του λέω, η πατρίς ευγνωμονούσα, πλύσου, πιες καφέ και παλουκώσου, δεν πας πουθενά, γιατί αν φύγεις δε θα πας για ύπνο, θα πας εισαγγελεύ. Μούτρα...μούτρα...διαμαρτυρίες...λέω μη μιλάς γιατί θα κάνεις διπλοβάρδια. Εξετάζω κατάλογο με μέλη επιτροπής, βρίσκω κι έναν άλλο, πάρτε τον τηλέφωνο να 'ρθει. Μα είναι αναπληρωματικός, μου λένε. Λέω πάρτε τον, για να μη μας πάρει όλους και μας σηκώσει, πρωινιάτικα. Έρχεται σε μισή ώρα, σιδηρουργός το επάγγελμα, έκτοτε γνωριστήκαμε, μου έφτιαξε και ωραιότατα κάγκελα στην πολυκατοικία πέντε χρόνια αργότερα. Εξαιρετικό παιδί.
Κάναμε θηριώδεις εκλογές, από δουλειά, οι τρεις μας. Τα κομματόσκυλα απέναντι κοιτάγανε να βρούνε ελάττωμα, είπανε κιόλας να σας βοηθήσουμε δε θα προλάβετε, λέω όχι, θα προλάβουμε, προτιμάω να μείνω ακατούρητη, αλλά παλουκωθείτε και μη μιλάτε. Επίσης, απαγορεύονται κονκάρδες, σήματα, διαφημιστικά κομμάτων και διακριτικά για να μην αναμοχλεύουμε μίση και πάθη, είπα και ελάλησα και μη με ζορίζετε. Κάναμε όλη μέρα δεκαπέντε λεπτά διάλειμμα για φαί, με βρίζανε υποθέτω μέσα τους, τελειώσαμε -μόνο τρία άτομα, το τονίζω, δε φαντάζεστε για τι δουλειά μιλάμε- χωρίς καθυστερήσεις, ουρές, και ενστάσεις στις τρεισίμισυ το πρωί, άθλος πραγματικός, και εγώ πρωτάρα. Πέρασα μετά απ' τον κεντρικό δρόμο της Καισαριανής, είχε γραφεία δε θυμάμαι ποιό κόμμα, και φωνάζανε, η αντιπρόσωπος που έκανε τις εκλογές! και θέλανε να με κεράσουνε. Έπαθα τενοντίτιδα, άρπαξα κι ένα περιπολικό να με πάει στη νομαρχία, έκλεισα μέχρι να ηρεμήσω και να κοιμηθώ κάπου τριάντα-τόσες ώρες αγρύπνιας, αλλά μιλάμε ήταν απίστευτη εμπειρία. Είχε επαναληπτικές την επόμενη Κυριακή, αλλά καμία σύγκριση με την προηγούμενη, τελειώσαμε τα μεσάνυχτα περίπου, και μέσα στην καλή χαρά.
Τη δεύτερη φορά ήμουν επαρχία, τα ίδια παντελάκη μου από πειθαρχία, αν και τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, με επιτροπές, και τα πάντα. Οι δυό φαντάροι απ' έξω λοιπόν, δεν ήξεραν ότι ακουγόντουσαν, και μιλάγανε δυνατά. Ήρθε λοιπόν ένας από το παραδίπλα τμήμα, και λέει στον δικό μου, "πώς είναι ρε η αντιπρόσωπος; εμείς έχουμε έναν, πολύ άνετος, είμαστε χαλαροί". "Άστα ρε μεγάλε, σκύλα! Ούτε για κατούρημα δεν πάμε, σκύλα σου λέω!" Έπεσε γέλιο μέσα, που πήγε σύννεφο. (Το ψιλοπλήρωσε αυτό που είπε...)
Υ.Γ. Ο "άνετος" από δίπλα, τελείωσε έμαθα, τα ξημερώματα, λόγω λάθους στην καταμέτρηση και ενστάσεων. Εμείς πάλι, στις έντεκα παρά, χαιρετηθήκαμε και δηλώσαμε χαρά για τη γνωριμία...
Υ.Γ.1 Τα θυμήθηκε με το ποστ/φωτο της αισθηματικής ηλικίας για έλληνες ψηφοφόρους στην παραλία.



Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

ΑΡΧΙΝΗΣΕ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ


(Για τα πολιτικά να πάτε στο άλλο μπλογκ, εδώ έχει καλλιτεγνία).

Λοιπόν, πήγα χθες και είδα το "Ινφέρνο", όχι του Ντάριο Αρτζέντο, αλλά του Ρομέο Καστελούτσι. Έκανα και έγκζιτ πολ, ρωτώντας το διπλανό βούρλο: "σας άρεσε;" "ναι, το βρήκα ενδιαφέρον" (...) "γνωρίζετε και το πρωτότυπο;" (του Δάντεως Αλιγκιέρεως) "όχι και τόσο (sic), αλλά δε χρειάζεται, γιατί όπως διάβασα στο πρόγραμμα, δεν έχει κάποια σχέση το έργο με το πρωτότυπο". Α ρε Κοκκυτός και Ινφέρνο που σου χρειάζεται, μου 'ρθε να αναφωνήσω, αλλά δεν είπα τίποτας. Ρε βούρλα που χειροκροτάγατε αβέρτα, και μου πήρατε τα αυτιά, τι δεν είχε σχέση, που ντιπ απ' το βιβλίο (του Δάντεως) τα είχε πάρει ο άνθρωπος; Απ' την κεφάλα του θα του ερχότανε ο τίτλος; (to begin with) Σα να λέμε ότι κάνεις την Ορέστεια και λες δικό μου το έργο και μηδέν παρεξήγηση με τον Αισχύλο;;;
Μωρέ οι δολοφόνοι, οι εραστές, οι δολοπλόκοι, το λίμπο (όχι ο χορός που περνάς χαζογελώντας κάτω από τη βέργα γελοίοι, ο τόπος ο χλοερός), τα σκυλιά κι ο Κέρβερος, ο λύκος κι ο πάνθηρας, οι βασιλιάδες και οι ηγεμόνες, οι προδότες κι οι συκοφάντες τι κάνανε επί σκηνής αφού δεν είχε σχέση με το βιβλίο το έργο;;;! Παρεκτός κι αν έβλεπα οράματα επηρρεασθείς από του Δάντεως.
Ευτυχώς που έβαλα πέρυσι το Β' έτος και διάβασε το βιβλίο (είπαμε! του Δάντεως) για να μη γίνουνε ρεζίλι ως θεατές και αυριανοί καλλιτέχνες.
Φίσκα η Πειραιώς κατά τα άλλα, δε θα σας πω κοσμικά, το μόνο που θα αναφέρω είναι η μαζική προσέλευση του θιάσου του εθνικού που έπαιζε στον Εφιάλτη της ευτυχίας, καθώς και θεατρολόγων, που δεν θα εκθέσω εδώ, εις εξ αυτών φίλος και πολύ καλό παιδί.


Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΕΝΑ ΓΛΥΚΟ;



Τα γλυκά και τα μαρτυρικά σας κυρίες και κύριοι, από την καρδιά μας!!!









Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Η ΒΑΠΤΙΣΗ

Μετά την επιστροφή στο σπίτι...


Κλάψαμε, τσιρίξαμε, φωνάξαμε, μας άκουσε η Αθήνα και τα περίχωρα.
Είπαμε κιόλας στα μισά "να φύγουμε!" και γέλασε το εκκλησίασμα.
Ωραία ήταν.