Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2007

ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ/ SLEEPING BEAUTY

Η Ωραία Κοιμωμένη είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο δημοφιλή παραμύθια αλλά και έργα του κλασικού ρεπερτορίου του μπαλέτου. Διηγείται την ιστορία της όμορφης πριγκίπισσας Αυγής (Aurore), την οποία τα μάγια της κακιάς και άσχημης νεράιδας Καραμπός (Carabosse), καταδικάζουν να πεθάνει στα δεκάξι της χρόνια αφού τρυπήσει το δάκτυλό της με ένα αδράχτι. Την κατάρα αλλάζει η καλή νεράιδα Πασχαλιά (Lilac Fairy), μια και δεν μπορεί να την ακυρώσει: η Αυγή λοιπόν, δεν θα πεθάνει, αλλά θα κοιμηθεί για εκατό ολόκληρα χρόνια. Μαζί της βυθίζεται σε ύπνο και ολόκληρο το βασίλειο. Θάμνοι και δένδρα θα καλύψουν σιγά-σιγά τα πάντα, προστατεύοντας τον ύπνο των κατοίκων του βασιλείου της Αυγής. Αυτή η ανατριχιαστική και νοσηρά ηδυπαθής εικόνα, διεγείρει την ηδονοβλεπτική «διάθεση» του θεατή ή ακροατή του παραμυθιού. Στον επιτυχημένο τρόπο με τον οποίο «εμπλέκει» τον άλλο στην πλοκή της ιστορίας και τα πάθη της ηρωίδας, ίσως να οφείλεται η μεγάλη και διαρκής επιτυχία του έργου. Πάθη και δοκιμασίες που δεν οδηγούν την Αυγή ως τον θάνατο ή την τρέλλα, όπως συνέβαινε στις περισσότερες ηρωίδες των έργων της ρομαντικής περιόδου, παρ’ όλο που στη δομή της Ωραίας Κοιμωμένης, μπορεί να δει κανείς αναλογίες που αφορούν στην κλιμάκωση της δράσης, όπως αυτά είχαν πρωτοπαρουσιαστεί στο ρομαντικό ρεπερτόριο (τρέλλα που γίνεται στιγμιαίος παροξυσμός, θάνατος που εδώ μετατρέπεται σε «προσομοίωση» θανάτου κλπ).

Στο παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης, το οποίο όπως όλα τα παραμύθια έχει, αίσιο τέλος, το μοτίβο της παρόρμησης και της επιπολαιότητας της ηρωίδας (ήρωα) διατηρείται, όμως, με συνέπεια στην ενθαρρυντική φύση των παραμυθιών, τα άσχημα αποτελέσματα είναι παροδικά, παρά τη μεγάλη χρονική τους διάρκεια. Το παραμύθι δεν έχει τη βαρύτητα της τραγικής ιστορίας, απεναντίας διδάσκει παρηγορώντας τον ακροατή για τα πάθη του ήρωα, και διαβεβαιώνοντάς τον ότι μόλις εκείνος βρει την αιτία η οποία τον οδήγησε στα παθήματά του, θα μπορέσει να τα ξεπεράσει με επιτυχία. Η νεαρή πριγκίπισσα Αυγή της Ωραίας Κοιμωμένης, δεν εξαπατάται από κάποιον αλαφροίσκιωτο, παθιασμένο, ελαφρόμυαλο νέο, αλλά συναντά το πεπρωμένο της, όπως αυτό της το καθόρισαν η Καραμπός («θα τρυπηθεί στα δεκάξι της με ένα αδράχτι και θα πεθάνει») και η καλή νεράιδα Πασχαλιά («δεν θα πεθάνει, μόνο θα κοιμηθεί για εκατό χρόνια»). Η στιγμή της «σύγκρουσης» λοιπόν, είναι η ημέρα των δέκατων-έκτων γενεθλίων του κοριτσιού, η ημέρα της συμβολικής ενηλικίωσής της («μνηστήρες φθάνουν στο παλάτι να τη ζητήσουν»). Η κοπέλα, καμάρι και μοναδική έγνοια των γονιών της, φθάνει σε ηλικία γάμου τυπικά, ουσιαστικά όμως δεν είναι έτοιμη γι’ αυτό, γεγονός που αποδεικνύει η αστόχαστη –ακόμη- συμπεριφορά της: ακριβώς εκείνη την ημέρα, παρασυρμένη από μια παιδιάστικη διάθεση, δέχεται το δώρο (αδράχτι) μιας μυστηριώδους γριάς, τρυπά το δάκτυλό της, εκπληρώνοντας έτσι την «προφητεία». Η ημέρα των γάμων της πρέπει φυσικά να αναβληθεί, μέχρις ότου δεχθεί το φιλί του πρίγκιπα Ντεζιρέ και ξυπνήσει. Η Αυγή, έχει κερδίσει «εκατό χρόνια» να σκεφθεί και να δεχθεί το αναπόφευκτο γεγονός της ενηλικίωσης. Στην Ωραία κοιμωμένη, η νεκροφάνεια έχει ευτυχή κατάληξη: η κοπέλα αποτραβιέται από τον κόσμο όταν την τσιμπά το αγκάθι και ματώσει, για τόσο χρόνο που «φαίνεται αιωνιότητα», («σαν να πέρασαν εκατό χρόνια»), όμως θα επανέλθει επιτυχώς στη ζωή, όταν θα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει όσα την περιμένουν στην ηλικία της ωρίμανσής της ως γυναίκας. Η Αυγή ζητά και παίρνει μια «δεύτερη ευκαιρία» να σκεφθεί, να ωριμάσει, να καταλάβει. Στο διάστημα αυτό παραμένει σε κατάσταση απραξίας, παθητικότητας, απόσυρσης στον δικό της κόσμο. Το παράδειγμα που δίνει το παραμύθι της Αυγής, το γεμάτο δοξασίες, παρατηρήσεις, αλλά και αιώνες Βιβλικής εχθρότητας και μύθων γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα, αφορά την προετοιμασία της νεαρής γυναίκας για τον καινούργιο της ρόλο (μητέρας και συζύγου). Προετοιμασία που απαιτεί επίσης, η νεαρή γυναίκα να αφήσει πίσω της τον φόβο, να απομακρυνθεί από την επιθυμία των γονιών της να την κρατήσουν κοντά τους (να μην «τρυπηθεί ποτέ από το αδράχτι»), να συνειδητοποιήσει ότι μεγάλωσε, και κυρίως ότι η σωματική της ωριμότητα (συμβολικά η είσοδός της στην εφηβεία δίνεται με το «δάκτυλό της που ματώνει») πρέπει να συνοδευτεί και από ψυχική ωριμότητα και ικανότητα να ανταποκριθεί στις αλλαγές που ήδη της συμβαίνουν. (Αντίθετα με τις γυναίκες των Μεσαιωνικών παραδόσεων που τις «τσιμπούσε η αράχνη» -υστερία ή σεξουαλική επιθυμία;- και τότε χόρευαν σαν «δαιμονισμένες» μέχρι τελικής εξάντλησης).

Η ηρωίδα του παραμυθιού δεν είναι ξωτικό (Συλφίδα), ούτε και προδομένη από τον αγαπημένο της (Ζιζέλ, Οντέτ). Γίνεται παροδικά «ξένη» και «ανοίκεια», ωσότου, όπως και στη Χιονάτη, το φιλί λύσει τα μάγια που τους έδωσαν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της νεκρής. Το «να κάνει κανείς τον πεθαμένο», σε διάφορες παραλλαγές και επί τη ευκαιρία διαφορετικών μυθικών μοτίβων, γνωρίζουμε πως μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τον/την ήρωα/ίδα: να καταφέρει να γλυτώσει από κινδύνους, επιθέσεις ζώων, να μάθει πράγματα που τον αφορούν και τα οποία δεν θα άκουγε να λέγονται μπροστά του/της, να αποφύγει έναν γάμο που δεν επιθυμεί. (Το χρησιμοποιεί και ο Σαίξπηρ στο έργο του Ρωμαίος και Ιουλιέττα. Εκεί και πάλι η ηρωίδα ξυπνά, μόνο που ανθρώπινα λάθη οδηγούν σε τραγικό αποτέλεσμα τους ήρωες, στη συνέχεια). Πρόκειται δηλαδή για μια «εξαπάτηση» που αποτελεί επιτυχή τακτική επιβίωσης όταν χρησιμοποιηθεί σωστά και στον σωστό χρόνο, και στα παραμύθια αποτελεί στοιχείο εξυπνάδας και επινοητικότητας που μέσα στο σασπένς της πλοκής δίνει στον ακροατή την ελπίδα ότι ο ήρωας ή η η ηρωίδα θα τα καταφέρει!
Βασισμένο στο ομώνυμο παραμύθι του Σάρλ Περρώ, το μπαλέτο πρωτοπαρουσιάστηκε στις 15 Ιανουαρίου 1890 στο θέατρο Μαρίνσκυ της Αγίας Πετρούπολης, σε χορογραφία του Μαριούς Πετιπά και μουσική του Πιοτρ Ίλιτς Τσαικόφσκυ, ένα από τα τρία μπαλέτα (Λίμνη των Κύκνων, Καρυοθραύστης), που χορογραφήθηκαν σε δική του μουσική. Η Ωραία Κοιμωμένη είχε τεράστια επιτυχία παρ’ όλο που οι κριτικές δεν ήταν και πολύ ενθουσιώδεις, και πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες (Άννα Παύλοβα, Ζώρζ Μπαλανσίν), έχουν δηλώσει ότι το έργο αυτό του Πετιπά, τους επηρρέασε αφάνταστα. Το μπαλέτο, με πλούσια σκηνικά και κοστούμια (Ιγκόρ Βζεβολόσκυ), υπήρξε το αποτέλεσμα μια εξαιρετικά επιτυχημένης συνεργασίας, αλλά και μιας αποφασιστικής στιγμή στην ιστορία του μπαλέτου, καθώς οι Πετιπά και Βζεβολόσκυ έφεραν στο όριο της –πολυτελούς- υπερβολής το ταξίδι της φαντασίας τους στο μπαλέτο του 17ου αιώνα, εποχή βασιλείας του Λουδοβίκου 14ου. Η μορφή των έργων της εποχής, η αισθητική, η λάμψη, η τέχνη της διακόσμησης των Βερσαλλιών ενέπνευσαν τους δημιουργούς της Ωραίας Κοιμωμένης επηρρεάζοντας το ύφος του έργου. Η χορογραφία δίνει την ευκαιρία στην φαντασμαγορία, και η Ωραία Κοιμωμένη αποτελεί το πιο μεγαλειώδες ίσως μπαλέτο του Μαριούς Πετιπά, λαμπερό και πολύπλοκο, αποκορύφωμα της χορογραφικής του καρριέρας.


Να σημειωθεί ότι η ιστορία της όμορφης Αυγής εκτυλίσσεται στην εισαγωγή και τρεις πράξεις, εξωτερική μορφή η οποία έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα. Στην παραγωγή του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, και χορογραφία Ιγκόρ Ζελένσκυ, θα δούμε την ίδια περίπου δομή, με μια μικρή διαφοροποίηση στην κατάτμηση των σκηνών της δεύτερης και της τρίτης πράξης. Στο πρώτο εκείνο ανέβασμα του έργου, το 1890, πρωταγωνίστησαν τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, όπως η Καρλότα Μπριάντσα, ο Πάβελ Γκέρτ, ο Ενρίκο Τσεκέττι, η Μαρί Πετιπά. Η Ωραία Κοιμωμένη πρωτοπαρουσιάστηκε στη Δύση το 1921, από τα Ρωσικά Μπαλέτα του Σερζ Ντιάγκιλεφ, στο θέατρο Αλάμπρα του Λονδίνου, μια παράσταση που παρ’ ολίγο να οδηγήσει το συγκρότημα σε οικονομική καταστροφή, καθώς υπήρξε μια πολυέξοδη παραγωγή και μια μεγάλη αποτυχία! Στη συνέχεια, το –τότε- Sadler’s Wells Ballet ανέβασε το έργο το 1946 στον χώρο της Royal Opera με την Μαργκότ Φοντέυν στον ρόλο της Αυγής. Το ίδιο συγκρότημα μετέφερε μερικά χρόνια αργότερα την παράσταση στην Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης (1949), με την ίδια πρωταγωνίστρια και μυθικούς χορευτές όπως οι Ρόμπερτ Χέλπμαν, Μπέρυλ Γκρέυ, Μόιρα Σήρερ, Αλέξις Ρασίν στους άλλους βασικούς ρόλους του έργου.

Πρόγραμμα Μεγάρου Μουσικής, 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια: