Η δεκαετία του ’80 μπορεί να είχε ακόμη σοβαρά δείγματα βαλκανικής συμπεριφοράς να επιδείξει, είχε όμως και το μέγα γεγονός που οδήγησε στην αλλαγή πλεύσης ως προς τα πολιτιστικά: την «Αθήνα Πολιτιστική πρωτεύουσα», που οδήγησε πολύ κόσμο σε εναλλακτικούς –για την εποχή- χώρους, όπως νταμάρια και βράχια, όπου παγωμένοι απ’ το ξεροβόρι, οι νέοι –τότε- πιστοί της «Αλλαγής», παρακολούθησαν Αισχύλο στα Ιαπωνικά, και Ινδικά δράματα στην πλήρη εκδοχή, ξεπλένοντας τα κρίματά τους και το κακό τους κάρμα για δέκα ζωές -απ’ την ταλαιπωρία. Η μέγιστη θεατρική αυτή εμπειρία σε μια χώρα όπου ως τότε, λόγω μεταδικτατορικού και στρατευμένου μένους, οι περισσότερες εκδηλώσεις περιλάμβαναν Ανδριόπουλο και Μπακαλάκο και φυσικά τον Μίκη στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, αποτέλεσε υλικό προς ανάμνηση και ένα βήμα προς τα εμπρός που δεν μπορούσε να ακυρωθεί. Λέγεται ότι αυτό έβαλε την ταφόπλακα σε όλες τις φιλίες με τους τριτοκοσμικούς αδέσμευτους και επισφράγισε την αποδοχή της δυτικοτραφούς ταυτότητας της Ελλάδας. (Αντίστοιχο γεγονός είχε να καταγραφεί στην Ανατολή, από τότε που ο Μέγας Πέτρος έκοψε τα μανίκια και τα μούσια των Βογιάρων). Πολλές Μπιενάλε, επιχορηγήσεις, καυγάδες, φεστιβάλ, άδεια θέατρα, διαμαρτυρίες («μας παίρνει τη δουλειά η τηλεόραση»), αναλύσεις του φαινομένου («υπάρχουν πιο πολλοί θίασοι απ’ όσους χρειάζεται η χώρα») «Κουκλόσπιτα» και «Αρχιμαστόρους Σόλνες» αργότερα, η Αθήνα και ο πολιτιστικός υδροκεφαλισμός της, έχει ορισμένους πόλους με σταθερό κοινό και ακόμη περισσότερους μικρούς θιάσους, συχνά με εκκεντρικές αρχαιοπρεπείς ονομασίες, που προσπαθούν να φέρουν έναν αέρα ανανέωσης στο μέϊνστρημ θέαμα.
Ξεκινώντας το οδοιπορικό από τη μόδα του «καλού και αναβαθμισμένου εμπορικού», την τελευταία δεκαετία, η Ελληνική Θεαμάτων, μια από τις δραστηριότητες του επιχειρηματία κ. Κώστα Γιαννίκου, ανέλαβε την περίφημη αναβάθμιση του εμπορικού θεάτρου, με εγκαταστάσεις και θεατρικούς χώρους όπως το θέατρο Χορν, η Πειραιώς 131 και το Παλλάς, και παραστάσεις όπως η «Μήδεια» του Δημήτρη Παπαιωάννου και το «Κλουβί με τις Τρελλές». Οι υπεύθυνοι της εταιρείας αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην έρευνα για τον θεατρικό χάρτη της Αθήνας, όμως από τα βασικά στοιχεία που παρέχει η ίδια η Ελληνική Θεαμάτων στον διαδικτυακό της χώρο, δηλώνεται πως της ανήκουν εννέα θέατρα και το 75% της αγοράς του θεάματος. Επιπλέον οι συνεργασίες της αφορούν σε τοπ εμπορικούς θιάσους και συγγραφείς, όπως οι Ρέππας και Παπαθανσίου, Σταμάτης Φασουλής, Θοδωρής Αθερίδης, Δήμητρα Παπαδοπούλου. Μικρότερες εταιρείες μάρκετινγκ εξυπηρετούν ανάγκες των παραγωγών της, συνθέτοντας μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά πράγματα, υποδομή. «Συνοδοιπόρο» στις επιλογές και τη φιλοσοφία του θεάματος θεωρεί την Ελληνική Θεαμάτων ο κ. Μιχάλης Αδάμ που διαχειρίζεται το θέατρο Μπαντμιντον, και που ξεκίνησε τις δραστηριότητές του, περίπου την ίδια εποχή με την εταιρεία του κ. Γιαννίκου. Το Μπάντμιντον, χώρος που τα τελευταία χρόνια στεγάζει συστηματικά πλέον και συνεπώς το αμερικανοφερμένο είδος του family entertainment, δηλαδή θεάματα που διασκεδάζουν το κοινό και απευθύνονται σε ολόκληρη την οικογένεια είτε σε μια μαζική της έξοδο, είτε χωριστά στα μέλη της, με εύπεπτο σενάριο και τεχνικές απαιτήσεις υψηλών προδιαγραφών. «Είδαμε ότι η Ελλάδα είχε ανάγκη από τέτοια θεάματα, αλλά κολλάγαμε στο γεγονός ότι δεν υπήρχαν οι κατάλληλοι χώροι. Όσοι υπήρχαν, ήταν διαθέσιμοι μόνο το καλοκαίρι, οπότε ξεκινήσαμε από ‘κει, και συνεχίσαμε», λέει ο κ. Αδάμ, που μετά από πολλά χρόνια διαμονής και εμπειρίας στην Αμερική, θέλησε να καλύψει το κενό στη θεατρική διασκέδαση, «διότι τέτοια θεάματα που έχουν επιτυχία σε όποια χώρα και όποια γλώσσα κι αν μιλούν οι άνθρωποι», δεν θα μπορούσε «να τα καλύψει, για παράδειγμα, το Μέγαρο Μουσικής, γιατί θα έχανε χρήματα, δεδομένου ότι μπορεί μεν να στεγάσει μεγάλες παραγωγές σαν το Mamma Mia!, αλλά, επειδή πρέπει να καλύψει ένα ευρύ φάσμα προγραμματισμού, δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ καιρό μια συγκεκριμένη παραγωγή, και θεάματα μεγάλα, για να βγάλουν τα έξοδά τους, θέλουν τουλάχιστον δύο εβδομάδες παραστάσεων.» Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατόν να έχουμε τη γνώμη του Μεγάρου Μουσικής πάνω στο θέμα αυτό, δεδομένου του φόρτου εργασίας του γραφείου Τύπου.
Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την εμπειρία και τους υπολογισμούς του κ. Αδάμ, το «Μέγαρο θα ήταν sold out με ένα μιούζικαλ, αλλά το εισιτήριο θα εκτοξευόταν στα ύψη λόγω του μικρού αριθμού παραστάσεων.» Όσον αφορά στην ποιότητα και τις τεχνικές προδιαγραφές, κατά τη γνώμη του, «μόνο το Μέγαρο έφερνε αντίστοιχου βεληνεκούς θεάματα μέχρι πρόσφατα, οπότε επί της ουσίας», το ρόλο αυτό ανέλαβε το θέατρο Μπάντμιντον, το οποίο ο κόσμος έχει αγκαλιάσει.
Πρόβλημα παραμένει, τόσο για το «καλό εμπορικό» όσο και για το «ποιοτικό θέατρο» όπως το εκπροσωπούν οι πέντε σκηνές του Εθνικού και το Θέατρο του Νέου Κόσμου του κ. Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, η προσέλκυση σε σταθερή βάση ενός νέου ηλικιακά κοινού, και τα «Δυτικά προάστια». Η οικονομική κρίση, πραγματική και ψυχολογική, έχει βάλει κι αυτή ένα χεράκι, με αποτέλεσμα «να μένουν απούλητα τα πολύ ακριβά εισιτήρια, που μέχρι πρότινος, δεν υπήρχε πρόβλημα να διατεθούν», στο Μπάντμιντον. Το στοίχημα είναι να κερδηθεί το κοινό που πάει κανονικά στο Δελφινάριο καθώς και των φτωχότερων περιοχών της Αθήνας με «προγράμματα και συνεργασία με τους Δήμους», που θα λύσει το πρόβλημα του εισιτηρίου που «αποκλειστικά συντηρεί» θέατρα όπως του κ. Αδάμ, που δεν προσβλέπουν σε χορηγίες όπως άλλοι οργανισμοί, κι αυτό ως ένα βαθμό υπαγορεύει και κάποιες από τις επιλογές του ρεπερτορίου τους. Το Εθνικό θέατρο στηρίζεται ως προς τα οικονομικά «65% στο ΥΠ.ΠΟ, 30% στις εισπράξεις και 5% στις χορηγίες», ενώ ο κ. Αδάμ πιστεύει ότι «ο ΟΠΑΠ θα έπρεπε να διαθέτει και ένα ποσό στο δικό του θέατρο, που δεν έχει την πολυτέλεια αξιόλογων θεσμών όπως το Ελληνικό Φεστιβάλ, «να μετακαλεί καλλιτέχνες με απόλυτα κριτήρια ποιοτικής και προσωπικής αξιολόγησης χωρίς άγχος, εφόσον οικονομικά στηρίζεται από το κράτος».
Η ανάγκη προσέλκυσης του κοινού, δεν αφορά μόνο στο εμπορικό θέατρο, αλλά και σκηνές όπως του Νέου Κόσμου όπου ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος διαπιστώνει πως δεν έχουν κερδίσει «αυτό που θα λέγαμε λαϊκό κοινό, που δυστυχώς δεν έρχεται, είτε γιατί δεν έχει τα οικονομικά μέσα, είτε γιατί δεν μας ξέρει, είτε γιατί μας θεωρεί “κουλτουριάρηδες”». Από τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, ο κ. Γιάννης Χουβαρδάς, επισημαίνει ότι όσον αφορά στον οργανισμό που διευθύνει, «δεν λείπει κάποια ειδική κατηγορία θεατρόφιλου κοινού. Θα θέλαμε κυρίως να φέρουμε στο θέατρο ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει να πηγαίνουν σε αυτό –οποιαδήποτε κι αν είναι η αιτία- και σε αυτήν την κατεύθυνση αισθανόμαστε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού του κοινού πρέπει να αναζητηθεί στην εφηβική και πολύ νεανική ηλικία, που μοιάζει να προκρίνει άλλες επιλογές στη διασκέδασή της. Ναι, το εφηβικό κοινό μας ενδιαφέρει, καθώς αναπόφευκτα θα αποτελέσει και το κοινό του μέλλοντός μας».
Όσον αφορά στη στρατηγική προσέλκυσης του κοινού για χάρη του οποίου υποχωρήσεις δεν γίνονται σε επίπεδο προγραμματισμού και ποιότητας, «η αλήθεια είναι πως δεν εφαρμόζουμε κάποια ιδιαίτερη στρατηγική, πέρα από τα έργα που επιλέγουμε, και που πιστεύω πως απευθύνονται στο ευρύ κοινό», λέει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Το κυνήγι της επιβίωσης μέσω, κυρίως των εισιτηρίων, μια και οι χορηγίες κατά κοινή ομολογία είναι δύσκολο να βρεθούν και ελάχιστες, είναι πιο απαιτητικό για θέατρα όπως το Μπάντμιντον, αλλά δεν παύει να αφορά και οργανισμούς όπως το Θέατρο του νέου Κόσμου που τα έσοδά του προέρχονται «από το ταμείο, από το Υπουργείο Πολιτισμού, και για τις παραστάσεις σε νοσοκομεία και ιδρύματα παίδων (που δίνονται δωρεάν) από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς και κάποιες φορές από την COSMOTE.» Αντίστοιχα το Εθνικό, έχει «μια γενικότερη στρατηγική για όλο το κοινό [μας], καθώς τίποτε δεν θεωρείται προκαθορισμένο και κανείς δεν είναι κερδισμένος εκ των προτέρων. Το ένα μέρος αυτής της στρατηγικής σχετίζεται με τις επιλογές του ρεπερτορίου και των συνεργατών. Το άλλο, σχετίζεται με μία διεύρυνση των δραστηριοτήτων του Εθνικού, πέρα από τις συμβατικές του δράσεις, που αισθανόμαστε ότι μπορεί να οδηγήσει και στην κατάκτηση επί πλέον κοινού. Εκδηλώσεις όπως τα εικαστικά της Κοινής Θέας, οι συζητήσεις ή το Κινηματο-Θέατρο, είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Τέλος, υπάρχει και ένα πρόγραμμα ιδιαίτερα σημαντικό για εμάς, το πρόγραμμα των Συνδρομητών, που εγκαινιάσαμε πριν από δύο χρόνια και το οποίο προσφέρει πραγματικά εξαιρετικές ευκαιρίες για όσους θέλουν να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις μας με μοναδικά προνόμια, και να δημιουργήσουν μια ομάδα «φίλων» του Εθνικού Θεάτρου».
Η αξιολόγηση της κατάστασης είναι μάλλον ζοφερή αυτή τη στιγμή, γιατί η «πολιτιστική πολιτική γίνεται χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, πρόβλημα που επιτείνεται από τις συνεχείς αλλαγές Υπουργών Πολιτισμού», κατά τον Γιάννη Χουβαρδά, που πιστεύει ότι «ειδικά στον σύγχρονο πολιτισμό χρειάζεται μια βασική εθνική στρατηγική με γενναία υποστήριξη προς τα μέσα, ώστε τα πολιτιστικά ιδρύματα και οι οργανισμοί να μη κακοσυντηρούνται απλώς αλλά να αναπτύσσονται και επιθετική τακτική προς τα έξω ώστε η παραγωγή σύγχρονου πολιτισμού να διεισδύσει στις ξένες «αγορές»». Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινείται και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος που επισημαίνει ότι «δεν υπάρχει πολιτιστική πολιτική, και οι προσπάθειες για παρέμβαση είναι δυστυχώς μεμονωμένες και αποσπασματικές. Σαν πικρό ποτήρι είναι ο πολιτισμός για την εκάστοτε κυβέρνηση. Είναι πολύ λυπηρό». Όσο για την παρέμβαση στα πολιτιστικά πράγματα και την μακροπρόθεσμη (συν) διαμόρφωση του γούστου του κοινού, οι άνθρωποι του θεάτρου του Νέου Κόσμου, με την τωρινή τους προτίμηση στο «σύγχρονο έργο, και μάλιστα με μια πολιτική ματιά, που συνδιαλέγεται με την κοινωνία και δεν είναι κλεισμένο σε γυάλα», θέλουν να πιστεύουν ότι έστω και «λίγο, συνδιαμορφώνει, μαζί με πολλούς άλλους παράγοντες, το γούστο του κοινού. Και σ’ έναν άνθρωπο να ανοίξει ένα παραθυράκι με άλλη θέα στη ζωή, είναι μεγάλο πράγμα, μεγάλη ικανοποίηση, ακόμα κι αν θεωρηθεί ματαιοδοξία. Όσο για συνοδοιπόρους, δεν νιώθουμε μοναξιά, επειδή δεν θεωρούμε πως είμαστε οι καλύτεροι. Γίνονται καλά πράγματα στην Αθήνα». Το Εθνικό θέατρο, που εστιάζει στην μετά Νίκο Κούρκουλο εποχή «στο σταθερό άνοιγμα προς τους δημιουργούς του εξωτερικού, με την πρόθεση για άμεση επικοινωνία του ελληνικού θεάτρου με όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο, και η συνειδητή πρόσκληση στις νεότερες γενιές», υπάρχει επίσης η επιθυμία της συμμετοχής «στη διαμόρφωση του γούστου και κυρίως, της αισθητικής του κοινού, προτείνοντας καινούριες φόρμες, ανανεώνοντας τις κλασικές, προβάλλοντας τις νέες τάσεις γραφής, καλώντας δυναμικούς καλλιτέχνες με τολμηρές σκέψεις, από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Το Ελληνικό Φεστιβάλ είναι σίγουρα ένας οργανισμός με τον οποίο νιώθω να έχουμε, ως προς τις κατευθύνσεις τουλάχιστον αυτές, συγγένεια». Αντίθετα, οι άνθρωποι του θεάτρου Μπάντμιντον, δεν έχουν «όνειρα για παρέμβαση στην πολιτιστική ζωή της Ελλάδας. Αυτές είναι δουλειές του ΥΠΠΟ. Εμείς έχουμε γραμμάτια, που λένε. Έχουμε 100 εργαζόμενους, πρέπει η εταιρεία να ζήσει, να πληρώνουμε τα ενοίκιά μας, τα έξοδά μας, όμως αυτό δε σημαίνει ότι θέλουμε να ευτελίσουμε την κατάσταση, απεναντίας. Ο πυρήνας της δουλειάς μας είναι να φέρνουμε έργα που έχουν επιτυχία σε παραπάνω από 5-6 μέρη της Ευρώπης και της Αμερικής, και στην Ελλάδα. Θεάματα υψηλής ποιότητας.»
Για το μέλλον, ο κ. Αδάμ, ως εκπρόσωπος του εμπορικού θεάτρου δηλώνει αισιοδοξία «όσο υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία, που δεν σταματάει ποτέ, και από οικονομική άποψη, ακόμη και με την κρίση ο κόσμος θα βγει. Λιγότερες φορές, αλλά θα βγει. Το θέμα είναι να μας συμπεριλάβει σ’ αυτές τις εξόδους του.» Αντίθετα το Εθνικό διά στόματος Γιάννη Χουβαρδά, εκφράζει φόβο για «στασιμότητα αν δεν αλλάξει η βασική φιλοσοφία. Περαιτέρω, «οι πολιτισμικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση μάχης και το αποδεικνύουν καθημερινά, αν και αναγκάζονται να πολεμούν χωρίς όπλα…»
Ν.Χ.




